Β. Κορκίδης: «H ενιαία αγορά με το κοινό νόμισμα έδωσαν σημαντική ώθηση στο ενδοκοινοτικό εμπόριο»

342

Για τον συνδυασμό της ενιαίας αγοράς με  ένα κοινό νόμισμα και στην ώθηση που  έδωσαν  στο ενδοκοινοτικό εμπόριο  κάνει λόγο  σε άρθρο του ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ  κ. Βασίλης Κορκίδης υπογραμμίζοντας πως όταν ιδρύθηκε η Ε.Ε. το 1957, τα κράτη μέλη επικεντρώθηκαν στη δημιουργία μιας «κοινής αγοράς» για το εμπόριο.

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, κατέστη σαφές ότι, ήταν αναγκαία η στενότερη οικονομική και νομισματική συνεργασία, ώστε η εσωτερική αγορά να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να ακμάζει και ολόκληρη η ευρωπαϊκή οικονομία να λειτουργεί αποτελεσματικότερα, προσφέροντας περισσότερες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη ευημερία στους Ευρωπαίους πολίτες. Το 1991, τα κράτη μέλη ενέκριναν τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Συνθήκη του Μάαστριχτ) και αποφάσισαν την υιοθέτηση από την Ευρώπη ενός ισχυρού και σταθερού νομίσματος για τον 21ο αιώνα.

Τα οφέλη του ευρώ είναι ποικίλα και γίνονται αισθητά σε διάφορα επίπεδα, στους ιδιώτες, τις επιχειρήσεις, καθώς και στις οικονομίες στο σύνολό τους. Συνίστανται στα εξής: περισσότερες επιλογές και σταθερές τιμές για τους καταναλωτές και τους πολίτες, μεγαλύτερη ασφάλεια και περισσότερες ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις και τις αγορές,ενισχυμένη οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη,πιο ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές,ισχυρότερη παρουσία της ΕΕ στην παγκόσμια οικονομία,ένα απτό σύμβολο της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Πολλά από τα οφέλη αυτά είναι αλληλένδετα. Για παράδειγμα, η οικονομική σταθερότητα ωφελεί την οικονομία ενός κράτους μέλους, επειδή δίνει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να προγραμματίζει το μέλλον. Ωφελεί όμως και τις επιχειρήσεις, διότι μειώνει την αβεβαιότητα και ενθαρρύνει την πραγματοποίηση επενδύσεων. Ταυτόχρονα, ωφελεί και τους πολίτες, καθώς δημιουργούνται περισσότερες και πιο ποιοτικές θέσεις εργασίας.

Το ενιαίο νόμισμα προσφέρει νέα πλεονεκτήματα και ευκαιρίες, που απορρέουν από την ολοκλήρωση και την ανάπτυξη της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, καθιστώντας αποδοτικότερη την ενιαία αγορά. Πριν από το ευρώ, η ανάγκη ανταλλαγής νομισμάτων συνεπαγόταν πρόσθετο κόστος, κινδύνους και έλλειψη διαφάνειας στις διασυνοριακές συναλλαγές. Χάρη στο ενιαίο νόμισμα, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες στη ζώνη του ευρώ είναι αποτελεσματικότερες και ενέχουν λιγότερους κινδύνους. Επιπλέον, η δυνατότητα εύκολης σύγκρισης των τιμών ενθαρρύνει το διασυνοριακό εμπόριο και τις επενδύσεις κάθε είδους, από μεμονωμένους καταναλωτές που αναζητούν φθηνότερα προϊόντα και επιχειρήσεις που αγοράζουν τις πλέον συμφέρουσες υπηρεσίες έως μεγάλους θεσμικούς επενδυτές που μπορούν να επενδύουν αποτελεσματικότερα στη ζώνη του ευρώ, χωρίς τους κινδύνους που συνεπάγονται οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις. Εντός της ζώνης του ευρώ, λειτουργεί σήμερα μια μεγάλη ολοκληρωμένη αγορά που χρησιμοποιεί το ίδιο νόμισμα. Ταυτοχρόνως, ο συνδυασμός της ενιαίας αγοράς με το ένα κοινό νόμισμα έδωσαν σημαντική ώθηση στο ενδοκοινοτικό εμπόριο το οποίο από 13% του ΑΕΠ το 1992 έφθασε στο 20% στις μέρες μας.

Η πορεία του ευρώ στη διάρκεια της εικοσαετίας δεν ήταν ευθύγραμμη. Η ευρωζώνη στη διάρκεια αυτών των χρόνων αυτών -κυρίως στην πρώτη δεκαετία- κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν ενάρετο οικονομικό κύκλο με ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Είναι ενδεικτικό ότι το ΑΕΠ της ευρωζώνης από την μείωση του 0,4% που εμφάνισε το 1995 κατόρθωσε να αυξηθεί με ρυθμό 4% το 2000. Στο δεύτερο όμως μισό της δεκαετίας βίωσε τη χειρότερη χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση από το 1930, με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται μονό στη διάρκεια μίας χρόνιας, το 2009, κατά 4,34%.

Σήμερα, το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα δέχεται ισχυρούς κλυδωνισμούς τόσο στο εσωτερικό του από το διαρκώς αυξανόμενο ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα, όσο και στο εξωτερικό με την αποχώρηση της Μ.Βρετανίας από την ΕΕ (Brexit). Τα οφέλη από τη δημιουργία του ευρώ, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στα μέτωπα της συναλλαγματικής σταθερότητας, της σταθερότητας των τιμών και της οικονομικής ανάπτυξης, δεν επιμερίστηκαν ισομερώς σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, ενώ κάποια από αυτά, όπως η Ελλάδα, δεν κατάφεραν τελικώς να συγκλίνουν τις οικονομίες τους. Το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων το 2017 έχει υποχωρήσει στα 17.386 ευρώ από τα 18.205 ευρώ που ήταν σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2001, τη χρονιά δηλαδή που η χώρα μας εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ.

Το γεγονός αυτό άλλωστε αντανακλάται στη δυσαρέσκεια των πολιτών, όπως αυτή αποτυπώνεται στο Ευρωβαρόμετρο, οι οποίοι θεωρούν ότι η ζωή τους έχει επιδεινωθεί μετά την ένταξη της χώρας στο ευρώ. Σύμφωνα λοιπόν με τα ευρήματα της έρευνας αυτής που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ποσοστό των Ελλήνων που εμφανιζόταν επαρκώς ικανοποιημένο (fairly satisfied) από 52,65% το 1999 υποχώρησε στο 42% το 2018. Αντιθέτως το ποσοστό που δήλωναν ότι δεν είναι καθόλου ικανοποιημένοι έφθασε φέτος στο 17,18% από 6,79% αντιστοίχως. Η Ελλάδα, η οποία επλήγη περισσότερο από όλες τις υπόλοιπες της ΕΕ από την κρίση είναι μία από τις λίγες χώρες της ΕΕ, όπου καταγράφονται υψηλότερα ποσοστά δυσαρέσκειας μετά την έναρξη στο ευρώ.

Οι Έλληνες 20 χρόνια μετά την έλευση του ευρώ δεν είναι μόνο πιο φτωχοί, συγκρίνοντας το κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά και από τους πλέον υπερχρεωμένους πολίτες στη ζώνη του ευρώ. Την αποκλίνουσα εικόνα της ελληνικής οικονομίας, συμπληρώνει το υψηλό ποσοστό ανεργίας. Το χρέος των νοικοκυριών υπερτριπλασιάστηκε καθώς από το 37,5% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2001 (σύμφωνα με τα στοιχειά του ΟΟΣΑ) ξεπέρασε το 114% το 2017. Αν στις οφειλές των νοικοκυριών προστεθούν και αυτές των επιχειρήσεων τότε το χρέος των ιδιωτών αγγίζει πλέον το 137% της οικονομικής δραστηριότητας.

Κατά τη γνώμη μου, το ευρώ από μόνο του δεν μπορεί να εξασφαλίσει οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται κυρίως με την ορθή διαχείριση της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, βάσει των κανόνων της Συνθήκης και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), που αποτελούν κεντρικό στοιχείο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Κι αυτό, μελλοντικά, αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση για τις ηγεσίες των μελών της.