Ο Πρωθυπουργός στις εξαγγελίες του στην ΔΕΘ ανακοίνωσε κάποια μέτρα φορολογικών ελαφρύνσεων. Ωστόσο δεν είναι αρκετά για να αλλάξουν το γενικότερο κλίμα. Εκείνο που χρειάζεται εκτός από γενναία μέτρα  μείωσης της φορολογίας (όπως πχ η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση στο 13%) είναι να ανοίξει η συζήτηση για ριζική αλλαγή του μίγματος οικονομικής πολιτικής.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗ

Αυτό υπογραμμίζει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του στο skyrodos.gr o πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ κ. Γιώργος Καββαθάς με αφορμή τις εξαγγελίες που έχουν γίνει αλλά και τις μετέπειτα εξελίξεις.

Ο κ. Καββαθάς αναφέρεται στην κατάσταση της ελληνικής οικονομίας αλλά και στις πιθανότητες να επηρεαστεί από την ιταλική πολιτική κρίση. Όπως τόνισε οι επενδυτές τοποθετούνται σε αγορές που είναι ασφαλείς.

«Η συγκυρία δεν μας ευνοεί καθώς η ελληνική οικονομία μόλις βγήκε από τα προγράμματα στήριξης και είναι ιδιαίτερα ευάλωτη. Ωστόσο για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα κλιμακωθεί επικίνδυνα η κατάσταση, δεν θεωρώ ότι η κρίση στην Ιταλία θα επηρεάσει ιδιαίτερα την ελληνική πραγματική οικονομία. Άλλωστε για τους επόμενους μήνες δεν έχουμε άμεσες δανειακές ανάγκες. Μεσοπρόθεσμα και εφόσον οι σχέσεις της Ε.Ε. με την Ιταλία δεν ομαλοποιηθούν είναι πολύ πιθανό να μας επηρεάσει αρνητικά, ιδιαίτερα εάν η εκδήλωση μιας μελλοντικής κρίσης συμπέσει με την έξοδο μας στις αγορές», δήλωσε  ο κ. Καββαθάς.

Για το ασφαλιστικό ο κ. Καββαθάς ανέφερε  ότι οι αλλαγές έγιναν βίαια και βιαστικά.

«Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας έπρεπε να αλλάξει προκειμένου να καταστεί βιώσιμο. Ωστόσο οι αλλαγές έγιναν  βίαια και βιαστικά. Πολλά προβλήματα τόσο από την αλλαγή της αρχιτεκτονικής του συστήματος, όσο και από την συγχώνευση των κύριων ασφαλιστικών ταμείων στον ΕΦΚΑ, είχαν επισημανθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του, ενώ έγιναν ιδιαίτερα πιεστικά κατά την διάρκεια εφαρμογής του», είπε.

Η συνέντευξή του κ. Γ. Καββαθά αναλυτικά:

Ποιες οι εντυπώσεις σας από τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών μέχρι τώρα στη ΔΕΘ και τις ανακοινώσεις που αφορούν τις επιχειρήσεις ;

Στις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών ακούστηκαν αρκετές ενδιαφέρουσες προτάσεις για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην χώρα μας. Ωστόσο αυτό που σε κάθε περίπτωση έχει σημασία είναι ποιες από αυτές μπορούν να υλοποιηθούν και κυρίως πότε. Δυστυχώς είμαστε συνηθισμένοι να ακούμε ότι θα ικανοποιηθούν αρκετά από τα αιτήματα μας και τελικά αυτά να μην υλοποιούνται, τόσο από την πλευρά της εκάστοτε κυβέρνησης, όσο και από την πλευρά της εκάστοτε αντιπολίτευσης που συνήθως είναι και περισσότερο γενναιόδωρη. Όσον αφορά τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού, που εκ των πραγμάτων έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα υπό την έννοια της δυνατότητας εφαρμογής, μάλλον υπήρξαν αρκετά μετριοπαθείς. Προφανώς και αποτιμούμε θετικά την πρόθεση για μείωση της φορολογίας, την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στους ελεύθερους επαγγελματίες και την επιδότηση σε ποσοστό 50% των ασφαλιστικών εισφορών για τους νέους. Ωστόσο προσδοκούσαμε μια πιο γενναία μείωση για τον ΦΠΑ στην εστίαση και φυσικά πολύ πιο σύντομα. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι το «μικρό καλάθι» του Πρωθυπουργού ήταν αναμενόμενο καθώς από την εμπειρία των προγραμμάτων στήριξης τόσο στην Πορτογαλία όσο και στην Ιρλανδία η αυστηρή εποπτεία των θεσμών συνεχίστηκε για τουλάχιστον ένα εξάμηνο από την λήξη των σχετικών προγραμμάτων. Βασικό ζητούμενο παραμένει η δυνατότητα χάραξης της οικονομικής μας πολιτικής χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις και αυτό προϋποθέτει την συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών κομμάτων για την χάραξη κοινής αναπτυξιακής στρατηγικής. Εάν θέλουμε η επώδυνη εμπειρία των μνημονίων να αποτελέσει μια μακρινή ανάμνηση τότε θα πρέπει τόσο η κυβέρνηση όσο και τα πολιτικά κόμματα αλλά και οι συλλογικοί φορείς να εργαστούμε από κοινού προς αυτή την κατεύθυνση.

Έχει επέλθει ανάκαμψη στην αγορά μετά την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές δηλαδή βελτιώθηκε το κλίμα;

Κατ’ αρχάς εκείνο που επετεύχθη ήταν η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Με βάση αυτό και σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το οικονομικό κλίμα στις ΜμΕ συνεχίζεται η βελτίωση όλων των βασικών δεικτών που παρατηρείται τα τρία τελευταία εξάμηνα. Αυτό που εκτιμούμε είναι ότι οι επιχειρήσεις έχουν προεξοφλήσει την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από τα μνημόνια. Εκείνο ωστόσο που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι οι ΜμΕ έχουν προσαρμόσει την δραστηριότητα τους μέσα σε ένα ιδιαίτερα περιοριστικό οικονομικό περιβάλλον διατηρώντας χαμηλές προσδοκίες για το μέλλον.

Στη δίνη της ιταλικής πολιτικής κρίσης παρασύρθηκαν για ακόμη μια φορά τα ελληνικά ομόλογα, ενώ οι τριγμοί έγιναν αισθητοί και στο ελληνικό Χρηματιστήριο με τον Γενικό Δείκτη να υποχωρεί κατά 2,3% και κοντά στα χαμηλά έτους, καθώς όπως έχει αποδειχθεί ξεκάθαρα από τον Μάιο, η ελληνική αγορά είναι πολύ στενά «συνδεδεμένη» με τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα και εξαιρετικά ευαίσθητη στα εξωτερικά σοκ. Αυτό όμως είναι το ζητούμενο για την ελληνική αγορά;

Οι εξελίξεις στην γειτονική μας Ιταλία, την τρίτη σε μέγεθος οικονομία της Ε.Ε.,  και ο κίνδυνος να εκδηλωθεί μία νέα κρίση στην ευρωζώνη, είναι επόμενο να δημιουργεί τριγμούς και παρενέργειες. Σε πρώτη φάση επηρεάζει αρνητικά τα ευρωπαϊκά ομόλογα της περιφέρειας στο σύνολο τους. Έτσι πέραν των ελληνικών ομολόγων υπό πίεση βρίσκονται τόσο τα πορτογαλικά όσο και τα ισπανικά ομόλογα. Ενώ εκείνα που ενισχύονται είναι τα γερμανικά και τα γαλλικά. Με άλλα λόγια οι επενδυτές σε αυτές τις περιπτώσεις προτιμούν να τοποθετούνται σε αγορές που θεωρούνται ασφαλείς. Η συγκυρία δεν μας ευνοεί καθώς η ελληνική οικονομία μόλις βγήκε από τα προγράμματα στήριξης και είναι ιδιαίτερα ευάλωτη. Ωστόσο για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα κλιμακωθεί επικίνδυνα η κατάσταση, δεν θεωρώ ότι η κρίση στην Ιταλία θα επηρεάσει ιδιαίτερα την ελληνική πραγματική οικονομία. Άλλωστε για τους επόμενους μήνες δεν έχουμε άμεσες δανειακές ανάγκες. Μεσοπρόθεσμα και εφόσον οι σχέσεις της Ε.Ε. με την Ιταλία δεν ομαλοποιηθούν είναι πολύ πιθανό να μας επηρεάσει αρνητικά, ιδιαίτερα εάν η εκδήλωση μιας μελλοντικής κρίσης συμπέσει με την έξοδο μας στις αγορές.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξαρτώνται κυρίως από την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Επήλθε βελτίωση τι δείχνουν τα στοιχεία της ΓΣΕΒΕΕ;

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ η τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε ελάχιστα, κατά 0,1% το 1οτρίμηνο του 2018. Ουσιαστικά εκείνο που παρατηρούμε τόσο από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία όσο και από τις έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι ότι υπάρχει μια ισχνή βελτίωση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, η οποία όμως δεν είναι αρκετή για να πυροδοτήσει σημαντική αύξηση της εσωτερικής ζήτησης.  Η δυναμική που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία προέρχεται κυρίως από τις ισχυρές επιδόσεις ορισμένων κλάδων όπως του τουρισμού.

Είναι ευνοϊκό το φορολογικό περιβάλλον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τι χρειάζεται ακόμη να γίνει ;

Επανειλημμένος έχουμε τονίσει ότι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα υπερφορολογούνται. Αυτό επηρεάζει αρνητικά μια σειρά από κρίσιμους παράγοντες. Πρώτον την ίδια την λειτουργία των επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που αναπτύσσουν στρατηγικές επιβίωσης. Δεύτερον, αποτελεί ανασχετικό παράγοντα για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών. Τρίτον δημιουργεί κίνητρα μη συμμόρφωσης. Τέταρτον, και συναθροίζοντας τα παραπάνω, επηρεάζει αρνητικά τις προοπτικές αύξησης της απασχόλησης. Ο Πρωθυπουργός στις εξαγγελίες του στην ΔΕΘ ανακοίνωσε κάποια μέτρα φορολογικών ελαφρύνσεων. Ωστόσο δεν είναι αρκετά για να αλλάξουν το γενικότερο κλίμα. Εκείνο που χρειάζεται εκτός από γενναία μέτρα  μείωσης της φορολογίας (όπως πχ η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση στο 13%) είναι να ανοίξει η συζήτηση για ριζική αλλαγή του μίγματος οικονομικής πολιτικής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ AKOMH:   "Φυλλορροούν" τα λουλούδια στην καραντίνα: Σε απόγνωση οι ανθοπώλες

Τι χρειάζεται το ασφαλιστικό προκειμένου να είναι υγιές για όλους;

Όπως γνωρίζετε το ασφαλιστικό, τόσο των πρώην ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ, όσο και συνολικά άλλαξε εκ βάθρων με τον Ν. 4387/2016. Επί της ουσίας το σύστημα μετατράπηκε από διανεμητικό σε μικτό, δηλαδή έναν συνδυασμό διανεμητικού (εθνική σύνταξη) και κεφαλαιοποιητικού (ανταποδοτική σύνταξη με το σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης). Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας έπρεπε να αλλάξει προκειμένου να καταστεί βιώσιμο. Ωστόσο οι αλλαγές έγιναν  βίαια και βιαστικά. Πολλά προβλήματα τόσο από την αλλαγή της αρχιτεκτονικής του συστήματος, όσο και από την συγχώνευση των κύριων ασφαλιστικών ταμείων στον ΕΦΚΑ, είχαν επισημανθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του, ενώ έγιναν ιδιαίτερα πιεστικά κατά την διάρκεια εφαρμογής του. Όπως για παράδειγμα ο τρόπος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των πρώην ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ, χωρίς να κάνω αναφορά στα απαράδεκτα υψηλά ποσοστά που έχουν καθοριστεί για τον υπολογισμό των εισφορών τους. Προφανώς και έχουν υπάρξει αρκετές βελτιώσεις αλλά υπάρχουν ακόμα αρκετές εκκρεμότητες.

Ταμειακά φαίνεται πως ο ΕΦΚΑ καλύπτει τις ανάγκες τους. Ωστόσο ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που προσπεράστηκε βιαστικά, κατά την συζήτηση και υιοθέτηση του νέου ασφαλιστικού, είναι η μεταβατική περίοδος από το προηγούμενο σύστημα στο νέο.

Δυστυχώς ούτε μεταβατική περίοδος έχει προβλεφθεί, ούτε ποιος θα την πληρώσει.

Αυτή η παράλειψη αποτελεί ίσως και έναν από τους κύριους λόγους που οι ασφαλιστικές εισφορές διατηρούνται σε πολύ υψηλά επίπεδα, εμποδίζοντας την απασχόληση, αποθαρρύνοντας τις  επενδύσεις και ενθαρρύνοντας την ανασφάλιστη εργασία.  Πρέπει το συντομότερο δυνατό η κυβέρνηση να ανοίξει αυτή την συζήτηση ώστε όλες αυτές οι εκκρεμότητες να διευθετηθούν.

Η ΓΣΕΒΕΕ και συνολικά οι κοινωνικοί εταίροι κατ’ επανάληψη αναδεικνύουν τα προβλήματα αυτά προς τα κυβερνητικά στελέχη. Και θεωρώ ότι τώρα που δεν υφίσταται η πιεστική εποπτεία των θεσμών  είναι η κατάλληλη στιγμή για να διενεργηθεί σοβαρός και υπεύθυνος διάλογος επί του ασφαλιστικού στο σύνολο του.

Ποια είναι η θέση της ΓΣΕΒΕΕ  για την αύξηση του κατώτατου μισθού μετά τις ανακοινώσεις που έχουν γίνει από την κυβέρνηση ;

Επί της αρχής να υπογραμμίσω ότι διαχρονικά η θέση της ΓΣΕΒΕΕ είναι ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού θα πρέπει να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης και απόφασης των κοινωνικών εταίρων μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Και αυτό διότι οι μισθολογικές αυξήσεις δεν μπορεί να είναι αποσυνδεδεμένες από τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας την οποία οι κοινωνικοί εταίροι γνωρίζουν άριστα. Ο μηχανισμός καθορισμού του κατώτατου μισθού (ν.4172/2013) με τον οποίο ουσιαστικά αντικαταστάθηκε ο κοινωνικός διάλογος θα πρέπει να αποτελέσει εργαλείο των κοινωνικών εταίρων και όχι το αντίστροφο.

Από εκεί και ύστερα η κυβέρνηση με τροπολογία που ψήφισε έχει ήδη ενεργοποιήσει την διαδικασία που προβλέπεται βάσει του Ν. 4172/2013. Αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωθεί στις αρχές του 2019. Κατά συνέπεια και μέχρι τότε δεν μπορούμε να προκαταβάλουμε τις εξελίξεις.

Ως ΓΣΕΒΕΕ περιμένουμε την έκθεση που θα συντάξει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επί του θέματος. Ωστόσο στις προθέσεις όλων είναι να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός. Εκείνο όμως που μας προβληματίζει, και θα το θέσουμε κατά την διάρκεια των διαβουλεύσεων, είναι η όποια αύξηση αποφασιστεί να ενισχύσει ουσιαστικά το εισόδημα των εργαζομένων. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξετάσουμε τόσο το θέμα του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών όσο και της φορολόγησης.

Την ώρα που οι εξελίξεις στην Ιταλία επηρέασαν  τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα παραμένει ο «αδύναμος κρίκος», η κυβέρνηση αναζητούσε τον τρόπο να αποτυπώσει στο προσχέδιο του προϋπολογισμού την  απόφασή της να μη μειώσει τις συντάξεις, χωρίς να προκαλέσει –ει δυνατόν– αντίδραση των θεσμών. Όλες αυτές οι αναταράξεις δημιουργούν καλό κλίμα στην αγορά ;

Κατ’ αρχάς μια ενδεχόμενη μείωση των συντάξεων θα έχει αρνητικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Θα μειώσει τα εισοδήματα σε ένα σύνολο ατόμων που δεν έχει την δυνατότητα να αναπληρώσει το χαμένο εισόδημα μέσα από την εργασία. Επιπλέον θα μειώσει την αγοραστική τους δύναμη και κατ’ επέκταση την συνολική ζήτηση που σημαίνει ότι μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια η αναστολή του μέτρου αυτού θα επιτρέψει στην οικονομία μας να συνεχίσει την πορεία της χωρίς άλλες αρνητικές παρενέργειες.

Ο τρόπος, τώρα, που χειρίζεται η κυβέρνηση την μη μείωση των συντάξεων φαίνεται πως αποδίδει. Έχω συγκρατήσει μια πρόσφατη δήλωση του Προέδρου του Eurogroup, του κ. Centeno, όπου ανέφερε πως το ζήτημα της μη μείωσης των συντάξεων είναι δημοσιονομικό. Αυτό σημαίνει πως εάν η κυβέρνηση πείσει τους εταίρους μας πως δεν θα αποκλίνουμε από τους δημοσιονομικούς μας στόχους τότε πιθανότατα θα επιτύχει τον σκοπό της.

Παράλληλα φαίνεται πως στο συγκεκριμένο θέμα η κρίση στην Ιταλία μας βοηθάει καθώς στην Ε.Ε. θέλουν να κλείσουν όλες τις άλλες εκκρεμότητες. Άρα, από την στιγμή που το ζήτημα της μείωσης των συντάξεων τίθενται ως δημοσιονομικό, δηλαδή επίτευξης συγκεκριμένων οικονομικών στόχων, και όχι ως διαρθρωτικό, θεωρώ ότι τελικά δεν θα εφαρμοστεί. Από εκεί και ύστερα δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα η αγορά από αυτή την συζήτηση. Όπως προανέφερα οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για το μέλλον είναι ούτως ή άλλως χαμηλές.

Την Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε στα κεντρικά Γραφεία της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, και Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ) στην Αθήνα, συνάντηση της Συνομοσπονδίας με την Ένωση Εμπορικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων Κωνσταντινούπολης (İSTESOB). Έχουν ανοίξει οι δρόμοι για την ανάπτυξη συνεργασίας με τη γειτονική χώρα;

Κατ’ αρχάς η συνάντηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των δράσεων που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια η ΓΣΕΒΕΕ και το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, για την ενίσχυση των συνεργασιών με φορείς από άλλες χώρες σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Με την ISTESOBέχουμε υπογράψει από το 2016 σχετικό πρωτόκολλο, που αποτελεί και την βάση για μια διαρκή συνεργασία.

Η συνάντηση έγινε σε πολύ καλό κλίμα. Ανταλλάξαμε απόψεις σχετικά με τις προοπτικές και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΜμΕ στην Ελλάδα και την Τουρκία, τα περιθώρια στενότερης συνεργασίας και τις διεθνείς εξελίξεις. Να σημειώσω ότι όλες οι ενέργειες γίνονται κατόπιν συνεννόησης με το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και από την μεριά μας προσπαθούμε να συνεισφέρουμε, στο μέτρο που είναι δυνατό, προς την κατεύθυνση της ειρηνικής και αρμονικής συμβίωσης με τους γείτονες μας, μέσω της ενίσχυσης της οικονομικής συνεργασίας.

 270 total views,  4 views today