«Το εμπόριο διαχρονικά αξιοποίησε την δύναμη του ραδιοφώνου και την ικανότητά του να βρίσκεται σε κάθε σπίτι σε κάθε αυτοκίνητο ακόμη και σε κάποιους χώρους εργασίας με ραδιοφωνικές διαφημίσεις εμβόλιμα στις ραδιοφωνικές εκπομπές. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ραδιοφωνική διαφήμιση χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και οικειότητα λόγω της στενής σχέσης του μέσου με τους ακροατές. Αυτό σημαίνει ότι και η αποτελεσματικότητα του επικοινωνιακού μηνύματος έχει μεγαλύτερη δυναμική»

Αυτό υπογράμμισε μεταξύ άλλων σε ομιλία του για την παγκόσμια ημέρα Ραδιοφώνου ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ κ. Βασίλης Κορκίδης.

Όλη η ομιλία του αναλυτικά:

«Το εμπόριο και το ραδιόφωνο» διατηρούν μία σχέση διαχρονική από της εμφανίσεως των ραδιοφωνικών σταθμών ενημέρωσης και των ραδιοφωνικών δεκτών τους οποίους οι ακροατές προμηθεύτηκαν από τους εμπόρους-εισαγωγείς. Ιστορικά το ραδιόφωνο στην Ελλάδα εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1920 με πειραματικές προσπάθειες μικρής κλίμακας από ιδιώτες και δημόσιους φορείς. Ο επίσημος φορέας συστήθηκε το 1938. Η εμφάνιση της τηλεόρασης τη δεκαετία του 1960 και η επικράτησή της δεν επηρέασαν σημαντικά τη σχέση του κοινού μαζί του.

Το 1926 εξέπεμψε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη ο Χρήστος Τσιγγιρίδης, επιχειρηματίας-εισαγωγέας ραδιοφωνικών συσκευών (αντιπρόσωπος της Γερμανικής εταιρίας SIEMENS & HALSKE). Τρία χρόνια αργότερα, το 1929, μετά από κάποιες δοκιμές, δημιούργησε δικό του σταθμό που μετέδιδε πρόγραμμα με ελληνική και ξένη σοβαρή μουσική στο πλαίσιο της ΔΕΘ και μόνο κατά τη διάρκειά της. Ο Τσιγγιρίδης ήθελε να αυξήσει τις πωλήσεις ραδιοφώνων για αυτό το λόγο έφτιαξε τον σταθμό, ο οποίος μετέδιδε διαφημίσεις, αναγγελίες και ειδήσεις σε συνεργασία με την εφημερίδα Μακεδονία. Βλέπουμε λοιπόν την πρώτη σχέση του εμπορίου με το ραδιόφωνο.
Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι ο Πειραιάς ήταν από τις πρώτες πόλεις της χώρας που είχαν επαφή με το ραδιόφωνο. Το διάστημα 1932 ή 1935-1938 εξέπεμπε, για παράδειγμα, στην περιοχή του Πειραιά σταθμός από το υπουργείο Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων. Τα περίφημα για την εποχή 3Τ

Μετά τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1986, όταν η Νέα Δημοκρατία επικράτησε στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά, οι τότε δήμαρχοι των τριών πόλεων, αντίστοιχα ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο Σωτήρης Κούβελας και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, έκαναν κινήσεις για την ίδρυση δημοτικών ραδιοφωνικών σταθμών, αναγκάζοντας τελικά την κυβέρνηση να θεσμοθετήσει την μη κρατική ραδιοφωνία Ο πρώτος νόμιμος ιδιωτικός ραδιοσταθμός ήταν ο Αθήνα 9.84 που εξέπεμψε στις 31 Μαΐου 1987.Ακολούθησε το Κανάλι Ένα 90,6 στον Πειραιά στις 26 Ιουνίου.

Το εμπόριο διαχρονικά αξιοποίησε την δύναμη του ραδιοφώνου και την ικανότητά του να βρίσκεται σε κάθε σπίτι σε κάθε αυτοκίνητο ακόμη και σε κάποιους χώρους εργασίας με ραδιοφωνικές διαφημίσεις εμβόλιμα στις ραδιοφωνικές εκπομπές. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ραδιοφωνική διαφήμιση χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και οικειότητα λόγω της στενής σχέσης του μέσου με τους ακροατές. Αυτό σημαίνει ότι και η αποτελεσματικότητα του επικοινωνιακού μηνύματος έχει μεγαλύτερη δυναμική.

Σύμφωνα με στοιχεία ερευνών που επικέντρωσαν στην διεισδυτικότητα του μέσου οι ακροατές αντιλαμβάνονται το ραδιόφωνο ως ένα χαλαρό μέσο διασκέδασης που δεν επιβάλλεται και θεωρείται ως το μέσο με το μεγαλύτερο βαθμό ικανοποίησης. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το ραδιόφωνο «βρίσκει» τον ακροατή σε συνθήκες και σε στιγμές που είναι πιο δεκτικός, προσελκύει το ενδιαφέρον του για επικοινωνιακά μηνύματα και στοχεύει στην ενεργή συμμετοχή του, αντίθετα με άλλα μέσα επικοινωνίας τα οποία μπορούν να υποσχεθούν μόνο απλή έκθεση του διαφημιζόμενου στο κοινό. Αποτελέσματα έρευνας έδειξαν ότι ακούγοντας διαφήμιση στο ραδιόφωνο, το 77% των ερωτηθέντων έτυχε να επισκεφθούν διαφημιζόμενο εστιατόριο ή μπαρ, το 80% να μάθουν μια μάρκα που δε γνώριζαν καθόλου, το 67% να πάνε στο κατάστημα και να αγοράσουν το προϊόν και το 63% να αναζητήσουν περισσότερες πληροφορίες για το διαφημιζόμενο προϊόν.

Το ραδιόφωνο ως διαφημιστικό μέσο δεν προσφέρει μόνο τη δυνατότητα μιας μοναδικής και στρατηγικής επικοινωνιακής προβολής, μιας και αυξάνει την αναγνωσιμότητα της επιχείρησης και δημιουργεί οικειότητα μεταξύ της επιχείρησης και των ακροατών, αλλά αποτελεί και το πιο οικονομικό και ευέλικτο μέσο στοχευμένης διαφήμισης.
Επιπροσθέτως, η ραδιοφωνική διαφήμιση έχει το πλεονέκτημα του χαμηλού κόστους παραγωγής του επικοινωνιακού μηνύματος καθώς και της γρήγορης προσαρμογής του ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του διαφημιζόμενου, τις ανάγκες τις αγοράς και την εκμετάλλευση εποχιακών ευκαιριών. Σήμερα ραδιοφωνικοί σταθμοί λανσάρουν ολοκληρωμένες καμπάνιες με τη συμμετοχή των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τα μικρόφωνα και των καλλιτεχνών που αναδεικνύουν τη φυσιογνωμία τους

Μία από τις πιο αποδοτικές μορφές επικοινωνίας στο ραδιόφωνο, είναι να χρησιμοποιεί τις ίδιες τις προσωπικότητές του (παρουσιαστές) για να επικοινωνήσει είτε άμεσα είτε έμμεσα με τον ακροατή, στηρίζοντας την one to one επικοινωνία κυρίως στο συναίσθημα. Άλλωστε «Heart Buys – Mind Justifies»!

Με βάση τα στοιχεία άλλων ερευνών το σύνολο του ραδιοφωνικού διαφημιστικού χρόνου εμφανίζεται ελαφρώς αυξημένο σε δευτερόλεπτα το διάστημα Ιανουάριος-Ιούλιος 2019, σε σχέση με το ίδιο διάστημα του 2018. Η Αθήνα ήταν η μόνη περιοχή που κατέγραψε μείωση σε ραδιοφωνικό διαφημιστικό χρόνο, ενώ με θετικό πρόσημο έκλεισαν Θεσσαλονίκη και Περιφέρεια. Να σημειωθεί ότι η κατηγορία τρόφιμα-ποτά βρίσκεται σταθερά στην κορυφή των κατηγοριών με τη μεγαλύτερη επένδυση στη ραδιοφωνική προβολή σε επίπεδο δευτερολέπτων.