“Η κυβέρνηση δίνει ως «αντιπαροχή» τα αντίμετρα μείωσης της φορολογίας”

347
Η ελληνική οικονομία δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει στην πράξη τη θεωρία του ελατηρίου, δηλαδή δεν παρουσιάζει τους πολυπόθητους ισχυρούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, παρά την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και αυστηρών πολιτικών λιτότητας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗ

Επιπλέον, η ανεργία, παρά τη διατήρηση της πτωτικής πορείας παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ και η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης παραμένει αναιμική»

Αυτό υπογραμμίζει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του στο skyrodos.grο πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Βασίλης Κορκίδης με αφορμή και την κατάθεση του προσχεδίου για τον προυπολογισμό του κράτους στη Βουλή πριν από λίγες ημέρες.

 «Το προσχέδιο του «προϋπολογισμού συμπεριλαμβανομένων των περικοπών συντάξεων και αντιμέτρων» είναι αυτό που θα κατατεθεί επίσημα στις 15 Οκτωβρίου στην Κομισιόν, αλλά οι κυβερνητικές δηλώσεις καταδεικνύουν την κατάθεση ενός προϋπολογισμού με διαφορετικές εκδοχές, αναλόγως των εντός και εκτός Ελλάδας εξελίξεων, αναγκών και ιδιαιτεροτήτων», λέει ο κ. Κορκίδης.

Σε ερώτηση σχετικά με την μείωση των συντάξεων και τη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί τελευταία ο κ. Κορκίδης τονίζει ότι  η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει ως«αντιπαροχή» στους θεσμούς, τα αντίμετρα μείωσης της φορολογίας των επιχειρήσεων για την προσωρινή αναστολή του μέτρου μείωσης των συντάξεων.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ αναφέρεται στην κατάσταση της οικονομίας τους δείκτες για την απασχόληση και άλλα άκρως ενδιαφέροντα θέματα.

 Η συνέντευξή του κ. Κορκίδη αναλυτικά:

 Toφως της δημοσιότητας έχουν δει σενάρια του προϋπολογισμού που αποτυπώνουν εν μέρει τις προθέσεις της κυβέρνησης. Ποια η άποψη σας;

Το προσχέδιο του «προϋπολογισμού συμπεριλαμβανομένων των περικοπών συντάξεων και αντιμέτρων» είναι αυτό που θα κατατεθεί επίσημα στις 15 Οκτωβρίου στην Κομισιόν, αλλά οι κυβερνητικές δηλώσεις καταδεικνύουν την κατάθεση ενός προϋπολογισμού με διαφορετικές εκδοχές, αναλόγως των εντός και εκτός Ελλάδας εξελίξεων, αναγκών και ιδιαιτεροτήτων.Στο παρόν προσχέδιο πάντως, οι περικοπές στις συντάξεις ενσωματώνονται όπως άλλωστε και τα ψηφισμένα αντίμετρα. Στη βάση του πρωτογενούς υπερπλεονάσματος που προκύπτει, βάσει των υπολογισμών του υπουργείου Οικονομικών, επισημαίνεταιότι το «κούρεμα των συντάξεων» είναι δημοσιονομικά περιττό. Για την αξιοπιστία όμως αυτών των αλλαγών, θα πρέπει βεβαίως να πειστούν οι δανειστές και κυρίως οι διεθνείς αγορές, με τις τελικές αποφάσεις να λαμβάνονται στο Eurogroup του Δεκεμβρίου.

Εντούτοις, το υφεσιακό μέτρο της περαιτέρω μείωσης των συντάξεων έχει ήδη, και κακώς, ψηφιστεί από την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, ενώ διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που διεξάγονται θα βασίζονται στις δικές της θέσεις και εκτιμήσεις για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019. Όσο διαρκούν οι διαβουλεύσεις και το μέτρο δεν έχει ακυρωθεί με νέες διατάξεις νόμου, η κυβέρνηση φαίνεται πως αποφεύγει την απευθείας ρήξη με τους δανειστές και τις αγορές. Έτσι, υπάρχει ένα «σενάριο» με πιθανή ταυτόχρονη εφαρμογή των «μέτρων και αντιμέτρων», προκειμένου να φανεί ότι αυτό δεν επηρεάζει τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος. Και υπάρχει και η γνωστή βούληση της κυβέρνησης, που υποστηρίζει ότι δεν θα υπάρχει η περικοπή των συντάξεων, αφού μπορεί να αξιοποιηθεί για τον λόγο αυτό, ο δημοσιονομικός χώρος που δημιουργείται το 2019.

Ειδικότερα, οι εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι εάν δεν εφαρμοστούν οι περικοπές στις συντάξεις (2,07 δις ευρώ) και τα αντίμετρα των 1,99 δις ευρώ του Μεσοπρόθεσμου, αλλά υποκατασταθούν από το πακέτο των 766 εκ. ευρώ της ΔΕΘ, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2019 υπερκαλύπτει τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ, ενισχύοντας συνεπώς τα επιχειρήματα της κυβέρνησης. Όσο μάλιστα η κυβέρνηση θα συζητά τα δύο διαφορετικά σενάρια στο ελληνικό Κοινοβούλιο, με τη κατάθεση του διττού προσχεδίου, οι συνταξιούχοι θα συνεχίζουν να αγωνιούν και ο ΥΠΟΙΚ θα επιχειρεί να πείσει τους Ευρωπαίους ομολόγους του στο Eurogroup.

Βεβαίως τα πρώτα μηνύματα, από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, δεν άφησαν πολλά περιθώρια προσδοκιών ακύρωσης των ψηφισμένων περικοπών με την απαραίτητη γερμανική συναίνεση στο Eurogroup, ενώ επισήμως η θέση των δανειστών δεν έχει διαφοροποιηθεί, αφού ξεκάθαρα δηλώνουν ότι οι δεσμεύσεις πρέπει να τηρούνται. Επίσης ήρθε και η προειδοποίηση της Moody’s, σύμφωνα με την οποία έγινε απολύτως σαφές πως υπαναχωρήσεις έναντι των συμφωνηθέντων ή εντάσεις με τους δανειστές αποτελούν παράγοντες πιθανής υποβάθμισης της ελληνικής οικονομίας. Το θέμα των συντάξεων εκτυλίσσεται σε μια περίοδο όπου το Eurogroup και η Κομισιόν καλούνται να διαχειριστούν τον «ιταλικό κυκλώνα» που οδηγεί σε εκρηκτική άνοδο τις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων, με τις πιέσεις να διαχέονται τόσο στους ελληνικούς τίτλους όσο και στο ελληνικό αλλά και στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.

Είναι αντιληπτό, ότι η Κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει ως«αντιπαροχή» στους θεσμούς, τα αντίμετρα μείωσης της φορολογίας των επιχειρήσεων για την προσωρινή αναστολή του μέτρου μείωσης των συντάξεων, αφού ο δημοσιονομικός χώρος του 2019 δεν επαρκεί και για τα δύο. Οι μικρομεσαίοι της αγοράς από σεβασμό στους συνταξιούχους και μόνο, δεν θα εισέλθουν ούτε αυτή τη φορά στη διαδικασία του «κοινωνικού αυτοματισμού» που επιχειρείται να δημιουργηθεί από τη μεταμνημονιακή ανταλλαγή των μνημονιακών μέτρων και αντιμέτρων.Τονίζουν ωστόσο σε κάθε ευκαιρία και σε υψηλούς τόνους πως η κατάσταση στην εγχώρια αγορά έχει εδώ και πολύ καιρό καταστεί ασφυκτική.

Με βάση τα προσχέδια του  προϋπολογισμού σε ποια κατάσταση είναι η οικονομία της χώρας πιστεύετε;

Για το 2018, στο προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού εκτιμάται άνοδος του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,1% από 1,4% πέρυσι, ενώ το 2019 η ανεργία αναμένεται να μειωθεί στο 16,7% από 18,3% φέτος και οι ιδιωτικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου να αυξηθούν κατά 11,9% από οριακή άνοδο 0,8% το τρέχον έτος. Το προσχέδιο προβλέπει επίσης ανάπτυξη 2,5% για το 2019 έναντι 2,4% βάσει του Μεσοπρόθεσμου. Τα συγκεκριμένα μεγέθη αποτυπώνονται στο πλαίσιο  γνωμοδότησης του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου σχετικά με τις μακροοικονομικές προβλέψεις του προσχεδίου. Σύμφωνα επίσης με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η ιδιωτική κατανάλωση το 2019 θα αυξηθεί κατά 1,1% σε συνέχεια της βελτίωσης κατά 1,0% φέτος και η απασχόληση θα κινηθεί ανοδικά κατά 1,8%, μετά από αύξηση 1,7% το 2018.

Η ενίσχυση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να επιβραδυνθεί σε 5,8% από άνοδο 7,5% φέτος, ενώ η αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών θα επιταχυνθεί κατά 5,2% από αύξηση 3,4% εφέτος. Για το 2019, το διαρθρωτικό ισοζύγιο, που αντιστοιχεί στο σενάριο με ενσωματωμένες τις προτιθέμενες από την Κυβέρνηση δημοσιονομικές παρεμβάσεις, προβλέπεται στο 1,6% του ΑΕΠ από 3,3% φέτος, ευθυγραμμισμένο με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε ό,τι αφορά το πρωτογενές αποτέλεσμα  του 2018, οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν τον φετινό πήχη στο 3,56% οριακά υψηλότερα από τον μνημονιακό στόχο του 3,5% – στόχος ενισχυμένης εποπτείας – , ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2019 προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 4,14% του ΑΕΠ.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, η ελληνική οικονομία δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει στην πράξη τη θεωρία του ελατηρίου, δηλαδή δεν παρουσιάζει τους πολυπόθητους ισχυρούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, παρά την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και αυστηρών πολιτικών λιτότητας. Επιπλέον, η ανεργία, παρά τη διατήρηση της πτωτικής πορείας παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ και η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης παραμένει αναιμική. Φυσικά, το ιδιαίτερα απαιτητικό πρωτογενές πλεόνασμα φαίνεται να επιτυγχάνεται τόσο φέτος όσο και το 2019, εις βάρος όμως των άμεσων επενδύσεων και του ΠΔΕ, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της οικονομίας και εν τέλει και κοινωνίας μέσω της υπερφορολόγησης. Παράλληλα, τα μηνύματα από το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών δεν προσφέρονται για εφησυχασμό αφού η ελληνική οικονομία διατηρεί υψηλούς ρυθμούς αύξησης των εισαγωγών, χωρίς να μπορεί να αξιοποιήσει το εγχώριο εργατικό δυναμικό, την τεχνογνωσία και γενικότερα την αργούσα εγχώρια παραγωγική δυναμική.

Για να προχωρήσει η Αθήνα σε αλλαγές στις μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί θα πρέπει πρώτα να έχει διαβουλεύσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς δήλωσε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ, συμπληρώνοντας ότι δεν είναι ακόμη 100% ελεύθερη. Αυτό δεν αποδεικνύει πως η έξοδος από τα μνημόνια ήταν ουσιαστικά μια τυπική ανακοίνωση και τίποτε περισσότερο;

Οι Ευρωπαίοι εταίροι μας τονίζουν σε κάθε ευκαιρία πως οποιανδήποτε αλλαγή σε συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει πρώτα να τύχει της έγκρισης και αποδοχής τους. Όσο και αν αυτό είναι ενοχλητικό και εθνικά ταπεινωτικό, δεν παύει να υποκρύπτει μια ιδιαίτερα επώδυνη πραγματικότητα: Τις αναιμικές προσδοκίες για τις εξελίξεις της ελληνικής οικονομίας, όπως επιβεβαιώνονται από τη χαμηλή προσέλκυση επενδύσεων και τις εξελίξεις στο χρηματιστήριο, αλλά και τη χαμηλή αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης, όπως αποτυπώνεται από τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων εταίρων σε κάθε φημολογούμενη μεταβολή των μεταρρυθμίσεων.

Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα παραμένει υπό σφιχτή, αυστηρή επιτήρηση, χωρίς ωστόσο χρηματοδοτικό πρόγραμμα με ευνοϊκούς όρους αλλά υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» των αγορών. Επιπρόσθετα, η χώρα μας έχει δεσμευτεί με τα πρωτογενή υπερπλεονάσματα έως και το 2022 αλλά και τα απαιτητικά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν υπάρχει πραγματικά χώρος για ουσιαστικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Η κατάθεση διπλού προϋπολογισμού, για πρώτη φορά ενδεχομένως στην ιστορία της χώρας, αποδεικνύει με εμφατικό αλλά και δυσάρεστο τρόπο τη διατήρηση των δεσμεύσεων και της Ελλάδας έναντι των ξένων δανειστών.

Στο 19,1% μειώθηκε το επίπεδο της ανεργίας τον Ιούνιο του 2018 στην Ελλάδα, από 19,3% το Μάιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.  Μειώθηκε όμως η ανεργία ή οι αριθμοί επηρεάστηκαν από την εποχική απασχόληση;

Η ΕΣΕΕ χαιρετίζει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη διατήρηση της πτωτικής πορείας της ανεργίας (εποχικά διορθωμένα στοιχεία). Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. η οποία παρέχει τα δεδομένα στη Eurostat, την περίοδο Ιούνιος/ Μάιος 2018 κάνουν λόγο για 17.656 νέες θέσεις εργασίας και 12.624 λιγότερους ανέργους. Παράλληλα, τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας (σύστημα ΕΡΓΑΝΗ-μισθωτή απασχόληση) για το μήνα Ιούνιο αναφέρονται σε θετικό ισοζύγιο ροών ύψους 33.620 θέσεων εργασίας, το οποίο είναι χαμηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο του 2017, αλλά παραμένει το δεύτερο υψηλότερο από το 2001.

Είναι αλήθεια πως η εποχικότητα, η τόνωση δηλαδή της οικονομικής δραστηριότητας σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Ιδιαίτερα μάλιστα σε μία τουριστική περίοδο όπως η φετινή, όταν για τον μήνα Ιούνιο ενισχύθηκαν τόσο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις (+16,0% σε ετήσια βάση) όσο και η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση (+22,3% σε ετήσια βάση), σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ.

Εντούτοις, αυτό που προκαλεί ερωτηματικά είναι η ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως το πρώτο οκτάμηνο του 2018, περισσότερες από τις μισές θέσεις εργασίας μισθωτής απασχόλησης (52,1%) αφορούσε εκ περιτροπής και μερικής απασχόλησης θέσεις εργασίας. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας αλλά και την αδυναμία της να αξιοποιήσει πλήρως και αποδοτικά το πολύ καλά εκπαιδευμένο εργατικό της δυναμικό. Παράλληλα, υπογραμμίζει και τις προτεραιότητες αλλά και τις προκλήσεις  που καλείται να αντιμετωπίσει η εγχώρια οικονομία άμεσα στο μέλλον.

Μετά τις ανακοινώσεις για έξοδο από τα μνημόνια ποια η πραγματική κατάσταση της οικονομίας και ποιος ο αντίκτυπος στην αγορά καθώς τα ταμεία των επιχειρήσεων δεν γεμίζουν;

 Η επίσημη έξοδος της χώρας από τα μνημόνια δεν συνοδεύτηκε από εισροή κεφαλαίων στα ταμεία των ΜμΕ. Άλλωστε, δεν αναμενόταν κάποια θεαματική μεταβολή καθώς οι βασικές παράμετροι/ μεγέθη της οικονομίας αλλά και η δημοσιονομική πολιτική δεν έχουν αλλάξει. Αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι οι προκλήσεις και τα προβλήματα των ΜμΕ παραμένουν και επιμένουν, αν δεν έχουν επιδεινωθεί το τελευταίο διάστημα. Ειδικότερα, η υπερφορολόγηση επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων συρρικνώνουν κέρδη και ζήτηση αντίστοιχα ενώ αποθαρρύνουν κάθε μορφή επένδυσης. Παράλληλα, η πρόσβαση σε ρευστότητα από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα είναι ανύπαρκτη ενώ και το κόστος του χρήματος (επιτόκια) είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού.

 Αν δεν μειωθεί η φορολογία για τις επιχειρήσεις με ποιο τρόπο είναι δυνατό να δημιουργηθεί  η πολυπόθητη ανάπτυξη στην Ελλάδα;

 Η φορολογία για τις επιχειρήσεις πρέπει να μειωθεί, όχι γιατί είναι προς όφελος των επιχειρηματιών αλλά γιατί είναι προς όφελος της ίδιας της οικονομίας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας. Μικρότερα φορολογικά βάρη θα λειτουργήσουν ευεργετικά για τα φορολογικά έσοδα, ιδιαίτερα τώρα που η ελληνική οικονομία θεωρείται ότι λειτουργεί στο καθοδικό τμήμα της καμπύλης Laffer. Εντούτοις, καθώς δεν προβλέπονται θετικές αλλαγές στο άμεσο μέλλον σχετικά με τη φορολογία αλλά και τις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, τα περιθώρια για τη δημιουργία της πολυπόθητης ανάπτυξης κρίνονται ως ιδιαιτέρως στενά.

Φυσικά, η μείωση της φορολογίας, αν και αναγκαία συνθήκη, δεν είναι η ικανή από μόνη της να προσφέρει υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Αντίθετα, η ΕΣΕΕ έχει επισημάνει πολλές φορές στο παρελθόν τη σημασία και άλλων παραγόντων που λειτουργούν θετικά για την οικονομία όπως η δημιουργία ενός απλού, σταθερού και ξεκάθαρου φορολογικού συστήματος χωρίς παράθυρα και μπαλώματα. Παράλληλα, απαραίτητες θεωρούνται παρεμβάσεις όπως: Ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, η ουσιαστική ενίσχυση της διαφάνειας, η έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης, η ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου, η οργάνωση και τόνωση της επιστημονικής έρευνας, η συνεχής και υψηλού επιπέδου κατάρτιση των εργαζομένων, η ριζική αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, η βελτίωση των υποδομών, η ολοκλήρωση της μηχανοργάνωσης και γενικά η ψηφιοποίηση στο δημόσιο τομέα και γενικότερα η άρση των όλων στρεβλώσεων που προκαλούνται στην αγορά από δυσλειτουργίες του κράτους και που θα μπορούσαν να λάβουν χώρα άμεσα και δίχως κόστος.

Ποια η θέση σας  για την αύξηση του κατώτατου μισθού ;

 Ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να καθορίζεται από τους κοινωνικούς εταίρους και όχι από το Κράτος. Πάγια θέση της ΕΣΕΕ παραμένει η σταδιακή επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 € με το πέρας της μεταμνημονιακής περιόδου. Ο προσδιορισμός του κατώτατου μισθού θα πρέπει να γίνεται με βάση το Ν. 4172/2013, λαμβάνοντας υπόψη α)την δυνατότητα της οικονομίας και τη συνεκτίμηση σε βάθος ετών βασικών εθνικών μακροοικονομικών μεγεθών (ποσοστό ανεργίας & αδήλωτης εργασίας, ΑΕΠ/ανάπτυξη, πληθωρισμός κ.α.) και β)από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις των κοινωνικών θεσμικών εταίρων.

Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η πρωτοβουλία του Υπουργείου Εργασίας, για αύξηση του κατώτατου μισθού κατά την περίοδο 2019-2022 κινείται προς της σωστή κατεύθυνση. Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στο 48% του εθνικού ενδιάμεσου μισθού και για να φτάσει στο 60% θα πρέπει να αυξηθεί σταδιακά κατά 25%. Η υπό συζήτηση αύξηση, σύμφωνα με την ΕΣΕΕ, θα πρέπει να γίνει σταδιακά και σε διάστημα τριών ετών, ώστε από 1/1/2022 ο κατώτατος μισθός να επανέλθει στα 751 ευρώ. Η αύξηση θα είναι υψηλότερη για τους νέους κάτω των 25 ετών αφού αναμένεται να καταργηθεί ο λεγόμενος μεικτός υποκατώτατος μισθός των 510,95 ευρώ, κάτι το οποίο μας βρίσκει σύμφωνους. Η εφαρμογή τουπορτογαλικού μοντέλου δηλαδή σε σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού επιμερισμένη σε 4 ετήσιες δόσεις, ώστε να αντισταθμιστούν σε βάθος χρόνου οι απώλειες στο μισθό, χωρίς ωστόσο να προκληθούν ισχυρά σοκ στην αγορά, είναι ένα καλό παράδειγμα προς μίμηση.