Ήμουν μικρό παιδί, μαθητής του δημοτικού ακόμα, όταν η μητέρα μου, φιλόλογος που αγαπούσε με πάθος την ιστορία, μου μίλησε για 2 Συνθήκες.

Ιωάννη Στ. Φλεβάρη, Αντιπεριφερειάρχη

Των Σεβρών και της Λωζάννης. Η πρώτη αποτελούσε θρίαμβο των Ελληνικών θέσεων και στρατηγικής στο πλαίσιο της ένωσης των Ελλήνων σε μεγάλο και ισχυρό κράτος ενώ η δεύτερη σηματοδοτούσε τη νέα πραγματικότητα μετά την ανεπιτυχή και πικρή έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Πράγματι. Η διπλωματία όμως διατηρεί πολλές φορές διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων από αυτήν της Ιστορίας. Η Συνθήκη της Λωζάννηςόμως ισχυρή έως σήμερα επιτελεί έναν διαφορετικό ρόλο. Καθορίζει την Ελληνική κυριαρχία των νησιών του Αιγαίου.

Αυτός είναι ο λόγος που ακούγονται εξ Ανατολών φωνές και απειλές για τροποποίησή της… Κάτι τέτοιο κατά το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι εφικτό. Δεν πρόκειται για Ελληνοτουρκική Συνθήκη αλλά για Διεθνή Συνθήκη μεταξύ των νικητριών δυνάμεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του νέου τουρκικού κράτους. Σήμερα που ξεκίνησαν και πάλι μετά το 2016 οι διερευνητικές επαφές Ελλάδας – Τουρκίας η Συνθήκη της Λωζάννης στέκει αυστηρή στην θέση της καθορίζοντας τα εδαφικά σύνορα και κατ’ επέκτασιν τις θαλάσσιες οριοθετήσεις. Ας έχουν γνώσιν οι φύλακες…

Μετά τη λήξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου και τη πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Συμμαχικές Δυνάμεις προσήλθαν  σε διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου του 1920.

Αποτελούσε θρίαμβο για τις ελληνικές στρατηγικές επιδιώξεις καθώς πραγματοποιούσε την «Μεγάλη Ιδέα» και δημιουργούσε την Ελλάδα «των δυο ηπείρων και των επτά θαλασσών» ενώ παράλληλα επισφράγιζε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις όμως συνεχίστηκαν στο μικρασιατικό μέτωπο μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και των τουρκικών δυνάμεων που δεν αποδέχθηκαν τη Συνθήκη με τελική πολιτική και στρατιωτική επικράτηση του Μουσταφά Κεμάλ που οδήγησε στην ίδρυση του Τουρκικού Κράτους.

Ακολούθησε η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923  ανάμεσα στις Συμμαχικές δυνάμεις και την Τουρκία, με την οποία αναθεωρήθηκαν οι διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών και αναγνωρίστηκαν τα όρια του σύγχρονου τουρκικού κράτους χωρίς τις πρώην αραβικές επαρχίες, με βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο, ιταλική στη Δωδεκάνησο και ελληνική στο Βόρειο Αιγαίο. Οι Σύμμαχοι υποχώρησαν στα αιτήματά τους για αυτονομία του Κουρδιστάν, για παραχώρηση εδαφών στην Αρμενία και σφαίρες επιρροής στην Μικρά Ασία. Τα στενά του Βοσπόρου  κηρύχθηκαν ανοιχτά για τη ναυσιπλοΐα.

Η Συνθήκη της Λωζάννης θέσπισε καθεστώς κυριαρχίας της Ελλάδας επί νήσων και αντίστοιχων θαλασσίων ζωνών του Αιγαίου. Κατά το διεθνές δίκαιο, ο νόμιμος τίτλος που αποκτάται μέσω συνθήκης αποτελεί την ισχυρότερη μορφή νομικής κυριαρχίας. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης κατ’ ουσία έληξε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος στα ανατολικά, καθώς και οι μεταπολεμικές εχθροπραξίες στο Μικρασιατικό μέτωπο μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας και αναγνωρίστηκε επίσημα η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά που de facto κατείχε έως τότε.

Όσον αφορά στην κυριαρχία των μικρότερων νησιών και νησίδων η Συνθήκη επιβεβαίωσε την κατάσταση που υπήρχε και αναγνώρισε ότι τα νησιά που απείχαν λιγότερο των 3 μιλίων από την «Ασιατική ακτή» θα βρίσκονται υπό Τουρκική κυριαρχία με την μέτρηση να ορίζεται από την ασιατική ακτογραμμή και όχι από τα παράκτια νησιά . Ειδικότερα, μεταξύ των ετών 1878 και 1913 η Ελλάδα κατέλαβε τη Λήμνο, τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και την Ικαρία από την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω μιας σειράς επιτυχημένων στρατιωτικών επιχειρήσεων και με δεδομένη την ύπαρξη σημαντικών ελληνικών πληθυσμών σε αυτά.

Το νομικό καθεστώς που διέπει την ελληνική κυριαρχία των νησιών του Βορείου Αιγαίου και Νοτίου Αιγαίου διαφέρει. Η Συνθήκη της Λωζάννης αφορά το καθεστώς της κυριαρχίας για τα νησιά του Βορείου Αιγαίου ενώ οι διατάξεις για το καθεστώς κυριαρχίας των Δωδεκανήσων,  εμπεριέχονται στη Συνθήκη των Παρισίων.

Σε αντίθεση με τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, η Ελλάδα δεν άσκησε ποτέ κυριαρχία στη Δωδεκάνησο από τότε που αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο έθνος και της παραχωρήθηκε μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη Συνθήκη των Παρισίων, όταν ως νικήτρια χώρα μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων έλαβε τα κυριαρχικά δικαιώματα που είχαν χορηγηθεί στην  Ιταλία με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Με τον τρόπο αυτό συνδέονται οι δύο συνθήκες μεταξύ τους ως προς το ζήτημα της Ελληνικής κτήσης των νήσων του Αιγαίου, σχεδόν στο σύνολο τους.

Ως προς το νομικό πλαίσιο της συνθήκης, οι ακόλουθες διατάξεις αφορούν τον προσδιορισμό της κυριαρχίας των νησιών.

Με το άρθρο 15 της Συνθήκης, επιβεβαιώθηκε η ιταλική κυριαρχία επί των Δωδεκανήσων.

Στο άρθρο 12 της Συνθήκης επιβεβαιώνεται το θαλάσσιο όριο των 3 μιλίων, ως προς το ποια μικρότερα νησιά ή νησίδες θα τελούν υπό την ιταλική και τουρκική κυριαρχία αντίστοιχα.

Το άρθρο 6, ορίζει στη δεύτερη παράγραφο ότι, «Ελλείψει διατάξεων για το αντίθετο, νησιά και νησίδες που βρίσκονται εντός τριών μιλίων από την ακτή περιλαμβάνονται στα σύνορα του παράκτιου κράτους». Το άρθρο 12 επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία έχει κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου «Ίμβρος, Τένεδος» και ότι η Ελλάδα έχει κυριαρχία επί της «Λήμνου, της Σαμοθράκης, της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας».

Η δεύτερη παράγραφος αυτού του άρθρου επαναλαμβάνει τη γενική δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 6 σχετικά με «τα νησιά που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από τις ακτές της Ασίας και παραμένουν υπό τουρκική κυριαρχία». Στη συνέχεια, το άρθρο 16 αναφέρει ότι: «Η Τουρκία παραιτείται από όλα τα δικαιώματα και τους τίτλους και σέβεται τα εδάφη που βρίσκονται εκτός των συνόρων που ορίζονται».

Το άρθρο 15 καλύπτει την κυριαρχία επί των Δωδεκανήσων. Η Τουρκία παραχώρησε 14 νησιά «και τα μικρά νησιά που εξαρτώνται από αυτά» στην Ιταλία χρησιμοποιώντας την ακόλουθη γλώσσα: «Η Τουρκία αποποιείται υπέρ της Ιταλίας όλα τα δικαιώματα και τους τίτλους στα ακόλουθα νησιά: Στάμπαλιας (Αστραπάλια), Ρόδος, Κάλκι (Χάλκη), Σκάρνταντο, Κασσό, Μισύρος, τη Λέρο, την Πάτμο, τη Λειψώνα, τη Σύμη και την Κω, τα οποία σήμερα καταλαμβάνουν η Ιταλία και τα νησάκια που εξαρτώνται από αυτά (Ίμια), καθώς και το νησί Καστελόριζο».

Η ορολογία των «εξαρτωμένων νησιών» – είναι διαφορετική από την αντίστοιχη που χρησιμοποιήθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1947 με την Ιταλία, να παραδίδει 14 νησιά στην Ελλάδα, μαζί με τις «παρακείμενες νήσους» τους , εκφράζεται όμως σύνδεση με τα μεγαλύτερα νησιά.

Το άρθρο 13 απαγόρευε τη στρατιωτικοποίηση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας. Δεν αναφέρεται στη Σαμοθράκη ή τη Λήμνο χρησιμοποιώντας την ακόλουθη γλώσσα: «η Ελληνική Κυβέρνηση δεσμεύεται να τηρήσει τους ακόλουθους περιορισμούς στα νησιά της Μυτιλήνης, της Χίου, της Σάμου και της Νικαρίας. Καμία ναυτική βάση και οχύρωση δεν θα δημιουργηθεί στα εν λόγω νησιά. Τα ελληνικά στρατιωτικά αεροσκάφη απαγορεύεται να πετούν πάνω από το έδαφος των ακτών της Ανατολίας. Αμοιβαία, η Τουρκική κυβέρνηση απαγορεύσει στα στρατιωτικά αεροσκάφη τους να πετούν πάνω από τα εν λόγω νησιά. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις θα περιοριστούν στο βοηθητικό σώμα στρατού και σε μια δύναμη χωροφυλακής και αστυνομίας ανάλογα με τη δύναμη που υπάρχει σε ολόκληρο το ελληνικό έδαφος.

Σύμφωνα με το άρθρο 20, η Ελλάδα απέκτησε την κυριαρχία του συνόλου των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, με εξαίρεση την Ίμβρο και την Τένεδο και τις Λαγούσες νήσους. Στη Λωζάννη καθορίστηκαν ουσιαστικά τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία και ρυθμίστηκαν οι διακρατικές σχέσεις. Έγινε καθορισμός της ανταλλαγής πληθυσμών από την οποία εξαιρέθηκαν οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης αλλά και οι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν στην Δυτική Θράκη. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης ξεκίνησε μία νέα περίοδος ανάμεσα στα δύο κράτη. Για ένα σημαντικό διάστημα, επικράτησε ειρήνη και αρμονική συνύπαρξη. Μετά τα μέσα του 20ου αιώνα ξεκίνησαν να εμφανίζονται σοβαρές αναταράξεις στις σχέσεις των δύο κρατών. Στο άρθρο 16 της συνθήκης η Τουρκία παραιτείται από όλες τις αξιώσεις που σχετίζονται με τα νησιά και συνεπώς, δεν της επιτρέπεται καμία αμφισβήτηση στα πλαίσια της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας σε αυτά.

Η Συνθήκη είναι εξαιρετικά σημαντική και σαφώς ισχύει και παράγει έννομα αποτελέσματα. Η Διαιτησία Ερυθραίας-Υεμένης (1998-1999), ερμηνεύει και εφαρμόζει τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, ιδίως το άρθρο 16, ως ισχύουσα και σημαντική, δίνοντάς της ερμηνεία.

Μετά την 15η Ιουλίου 2016, όταν πραγματοποιήθηκε αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, άρχισε στην τουρκική πολιτική σκηνή η συζήτηση για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Ο Πρόεδρος Ερντογάν, αμφισβητώντας τη Συνθήκη έδωσε έναυσμα στην επιχειρηματολογία ότι η Τουρκία θα είναι ισχυρότερη μετά την αναθεώρησή της. Ακολουθήσε στρατηγική αναθεώρησης και άσκηση πίεσης προς την Ελλάδα με την ιδέα «Mavi Vatan», το Τουρκολιβυκό μνημόνιο και τη διπλωματία των NAVTEX που έχουν αύξηση την ένταση και δημιουργούν συνθήκες γενικής ανάφλεξης και στρατιωτικής σύγκρουσης στο Αιγαίο και την Μεσόγειο.

Το εδαφικό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου και κατ΄ επέκταση τα βασικά ζητήματα  των θαλάσσιων οριοθετήσεων ρυθμίστηκαν με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης.

Ιωάννης Στ. Φλεβάρης, Αντιπεριφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου, Νομικός – Διεθνείς Σχέσεις & Δίκαιο της Θάλασσας

 492 total views,  2 views today