Ο Βουλευτής Δωδεκανήσου Βασίλης Α.Υψηλάντης  κατά τη συζήτηση της αναθεώρησης των άρθρων του Συντάγματος, σχετικά με τις σχέσεις εκκλησίας και πολιτείας και για τον τύπο του όρκου που δίδεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας,  υπεραμύνθηκε της θέσεως για διατήρηση του άρθρου 3. Ειδικότερα κατέθεσε τη συμβολή  της εκκλησίας,  στη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης και της γλώσσας στα Δωδεκάνησα, παρά τα πεντακόσια χρόνια σκλαβιάς, χάριν της εκκλησίας.

Σε σχέση με τη λειτουργία του Οικουμενικού  Πατριαρχείου  τόνισε ότι «Για την παράγραφο 2 του άρθρου 3 θα ήθελα να μιλήσω και ως Δωδεκανήσιος. Η οποιαδήποτε κατάργηση ή περιοριστική του αναφορά θα επηρέαζε αρνητικά τα κεκτημένα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Επαρχίες-μητροπόλεις Δωδεκανήσου που υπάγονται απευθείας διοικητικά σε αυτό, διαταράσσοντας ενδεχομένως ακόμα τον διεθνικό του χαρακτήρα,τηθεμελιώδη νομιμότητα αλλά και την πνευματική -πολιτιστική του διασύνδεση με την Ελληνική Δημοκρατία.».

 


Κατά τη συζήτηση της ενότητας  των άρθρων αυτών,  ο Βουλευτής Δωδεκανήσου κλήθηκε να προεδρεύσει σε προσωρινή αντικατάσταση του Προέδρου της Επιτροπής.

Το πλήρες κείμενο της παρέμβασης του Βασίλη Α. Υψηλάντη έχει ως εξής:

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

Κάθε κράτος έχει ιστορική συνέχεια και συνέπεια και αυτό πρέπει να θεσμοθετείται αξιακά και κανονιστικά.

Η θεωρήσεις για την επικρατούσα θρησκεία όχι μόνον αθώες ήταν αλλά και χρήσιμες στην ιστορική διαδρομή του κράτους μας και του έθνους μας. Και αυτό καταθέτει βουλευτής προερχόμενος από, την τελευταία περιοχή που ενσωματώθηκε στον Εθνικό κορμό, τα Δωδεκάνησα και που οι πρόγονοι του, μετά από 500 χρόνια σκλαβιάς, χάριν στην εκκλησία, τη θρησκεία μας  κατάφεραν να διατηρήσουν τη γλώσσα και την πίστη τους μέχρι την εθνική δικαίωση.

Μέσα από τις ισχύουσες Συνταγματικές διατάξεις διαρρυθμίζονται οι σχέσεις και των εκκλησιαστικών προσώπων μεταξύ τους σε παγιωμένα και σταθερά  κρίσιμες περιστάσεις για το Έθνος. Συνεπώς η οποιαδήποτε αναθεώρηση μπορεί να διαταράξει αυτή τη συνέχεια και τη σωστή της κατοχύρωση.

Ιδιαίτερη μάλιστα αναφορά θέλω να κάνω για τη  συνταγματική μας τάξη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο που συμβάλλεται συνεργατικά με την ελληνική έννομη τάξη και στην Εκκλησία της Ελλάδος που είναι αυτοκέφαλη με όρους χρηστής διοίκησης και νομιμότητας σε έναν ευρύτερο θεμιτό έλεγχο. 

Για την παράγραφο 2 του άρθρου 3 θα ήθελα να μιλήσω και ως Δωδεκανήσιος. Η οποιαδήποτε κατάργηση ή περιοριστική του αναφορά θα επηρέαζε αρνητικά τα κεκτημένα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Επαρχίες-μητροπόλεις Δωδεκανήσου που υπάγονται απευθείας διοικητικά σε αυτό, διαταράσσοντας ενδεχομένως ακόμα τον διεθνικό του χαρακτήρα,τη θεμελιώδη νομιμότητα αλλά και την πνευματική -πολιτιστική του διασύνδεση με την Ελληνική Δημοκρατία.

 Το άρθρο 3 παρ. 3 πράγματι είναι κατάλοιπο των ευαγγελικών της αναθεώρησης του 1911 για τη μετάφραση και ερμηνεία ιερών κειμένων θέτοντας περισσότερο μία θεσμική ιστορική εγγύηση υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας που διόλου δεν διαταράσσει στις μέρες μας την διευρυμένη ελευθερία της έκφρασης.

Η θρησκευτική ουδετερότητα και θρησκευτική ελευθερία του κράτους διαφυλάττεται και διασφαλίζεται ευδιάκριτα από το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος. Αλλά και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. με υπερνομοθετική ισχύ μέσω του άρθρου 28 του Συντάγματος ως πρωτογενές δίκαιο. Οποιαδήποτε προσθήκη είναι ανώφελη και θεσμικά επικίνδυνη πολλαπλά.

 Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι πολιτικό παιχνίδι εντυπώσεων, πρέπει να εργαστούμε με συνείδηση του Κανονιστικού και του Εφαρμοστικού χαρακτήρα του Συντάγματος ως θεμελιώδη κανόνα δικαίου με άξονα τη κοινωνική συνοχή και πρόοδο με ιστορική επίγνωση και ζωντανή γνώση των περιστάσεων του σήμερα και των προκλήσεων του αύριο.

 Να σας υπενθυμίσουμε απλώς τη σχετική διάταξη και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ε.Ε.το άρθρο 17: “  1. Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και

οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.

  1. Η Ένωση σέβεται επίσης το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι φιλοσοφικές και μηομολογιακές οργανώσεις.
  2. Ή Ένωση διατηρεί ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις εκκλησίες και τις οργανώσεις αυτές,αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα και συμβολή τους.

Όταν λοιπόν η ίδια η Ευρωπαϊκή Έννομη τάξη θέτει αυτόν τον συνταγματικό και θεσμικό σεβασμό στις θρησκευτικές συνθήκες των κρατών-μελών η Ελλάδα ποιό λειτουργικό πρόβλημα έχει επί της αδιαπραγμάτευτης θρησκευτικής ώστε να προχωρήσει σε μία επικίνδυνη και περιττή Αναθεώρηση;

Κλείνοντας σχετικά με τον όρκο επιθυμώ να επισημαίνω ότι υπό το ισχύον Σύνταγμα η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης επιτρέπει και στους βουλευτές (όπως ήδη αρκετοί το πράττουν) και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αρνηθούν θρησκευτικό όρκο. Ξεκινώντας από το αξίωμα αυτό και με δεδομένο ότι το Σύνταγμα του 75, σε αντίθεση με το Σύνταγμα του 1952, δεν ορίζει υποχρέωση του ανώτατου άρχοντα να πρεσβεύει την θρησκεία της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, προβλέπει όμως μόνον το ένα χριστιανικό ορθόδοξο τύπο όρκου, επιβεβλημένη θεωρώ και για τον ΠτΔ τη δυνατότητα όρκου σύμφωνα με τις συνταγματικές ελευθερίες. Άλλωστε  ο συνταγματικός νομοθέτης του 75 (σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους πλην του Σ του 1927) προβλέπει τη δόση όρκου του αρχηγού του κράτους μόνον ενώπιον της Βουλής δίχως κατανάγκη(όπως συνέβαινε σε προηγούμενα μας Συντάγματα)  την ύπαρξη θρησκευτικότητας στο τελετουργικό της ορκοδοσίας.