Μία από τις σημαντικότερες συλλογές της χώρας, του περίφημου Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου, φιλοξενεί το Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, συνεχίζοντας το πολιτιστικό του πρόγραμμα με την παρουσίαση σημαντικών δημοσιοποιημένων συλλογών ελληνικής ζωγραφικής όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση που υπογράφεται από τον Διευθυντή Εικαστικού Προγράμματος
Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη κ. Τάκη Μαυρωτά.

Έτσι, μετά την πραγματοποίηση των πολυσυζητημένων εκθέσεων «Τα αριστουργήματα της Συλλογής Γ.Ι. Κατσίγρα – Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας – Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα» το 2011, «Νεοελληνική Τέχνη: Θησαυροί από την Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ» το 2013, «Η σπουδαία Συλλογή του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών Α.Π.Θ.: Η πρώτη παρουσίαση» το 2017, τώρα στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη πραγματοποιείται η έκθεση «Πολύτιμα έργα ζωγραφικής από το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου», που αποκαλύπτουν μια πτυχή του πλούτου και της μοναδικής φυσιογνωμίας της νεοελληνικής ζωγραφικής. Κοινό στοιχείο και των τεσσάρων συλλογών είναι η υψηλή ποιότητα πολλών εμβληματικών τους έργων και η αγωνία των ιδρυτών τους να συγκροτήσουν, ο καθένας με τη δική του αισθητική αποτίμηση, το φανταστικό του μουσείο.

Οι συλλογές αυτές από τη Λάρισα, το Μέτσοβο, τη Θεσσαλονίκη και τη Ρόδο ενδυναμώνουν την αίσθηση μας ότι η τέχνη είναι απέραντη όπως ο έρωτας και τα όνειρα. Επίσης, ότι το όραμα των ιδρυτών τους έχει γίνει πλέον και δικό μας, αφού οι συλλογές ανήκουν στο κοινωνικό σύνολο και κατ’ επέκταση αυτό θα ισχύει για πάντα.


Την ιστορία δεν την κάνουν ούτε την γράφουν οι Θεοί, αλλά οι άνθρωποι. Ο Ανδρέας Ιωάννου (1918-1972) είναι ο εμπνευστής και δημιουργός της σημαντικής συλλογής έργων ζωγραφικής, χαρακτικής και γλυπτικής του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου.

Λογοτέχνης και λάτρης των καλών τεχνών, οραματιστής Νομάρχης τότε της Δωδεκανήσου, κατάφερε να δημιουργήσει μια λαμπρή συλλογή, ώστε όχι μόνο να προβάλει τη φυσιογνωμία της νεοελληνικής τέχνης, αλλά να συμβάλει άμεσα και στην αισθητική διαπαιδαγώγηση του κοινού. Το βαθύ πνεύμα του τον οδηγούσε σε νέους δρόμους δημιουργικής προόδου, θαρρείς σαν να ήθελε να ξεπεράσει τα δεδομένα όρια του χρόνου και του τόπου του. Ο διανοητικός πλούτος, η φλογερή φαντασία και ο πόθος της πραγμάτωσης του οράματός του τον βοήθησαν να υπερβεί τις τεράστιες δυσκολίες και να δημιουργήσει μια υποδειγματική πινακοθήκη, με τη στήριξη του τότε Δημάρχου Ρόδου ιατρού Μιχαήλ Πετρίδη. «Τα επίσημα εγκαίνιά της, το 1964, ήταν ένα πολιτιστικό γεγονός», επισημαίνουν στον πολυσέλιδο κατάλογο της Δημοτικής Πινακοθήκης Ρόδου οι Χ. Καμπουρίδης και Γ. Λεβούνης τονίζοντας ότι «για τη δημιουργική εξέλιξη της Πινακοθήκης ο Ιωάννου θεσμοθέτησε, με ειδικό κυβερνητικό νόμο, Διοικητικό Συμβούλιο και Καλλιτεχνική Επιτροπή, όργανα στα οποία έκτοτε συμμετείχαν αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες καθηγητές της ΑΣΚΤ της Αθήνας και έμπειροι τεχνοκριτικοί.

Όταν η Πινακοθήκη Ρόδου είχε διαμορφωθεί σ’ ένα ολοκληρωμένο Μουσείο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, ο Ανδρέας Ιωάννου έφυγε από τη Ρόδο, συνεχίζοντας τη δημιουργική του δραστηριότητα στη Ζάκυνθο (όπου ίδρυσε το Μουσείο Ανδρέα Κάλβου), χωρίς όμως, να πάψει να φροντίζει και από μακριά για τον εμπλουτισμό των συλλογών του δημιουργήματός του. Στις αρχές του 1972 έγινε Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης και έδωσε αμέσως προτεραιότητα στην τέχνη του 20ου αιώνα…». Έτσι, ο φωτισμένος και απροκατάληπτος Ιωάννου μετά από ένα τεράστιο αγώνα επιμονής και υπομονής κατάφερε με το έργο του να συναντηθεί με την ιστορία της τέχνης και τη συλλογική μνήμη του πολιτισμού.

Είναι πολλά τα αριστουργήματα της Δημοτικής Πινακοθήκης Ρόδου, όπως τα περίφημα έργα του Θεόφιλου (1867-1934) «Αντάμωση Ερωτόκριτου και Αρετούσας», «Γιώργος Καραϊσκάκης», «Παύλος Μελάς» και «Ο Ήρως Μιλτιάδης Γιαταγάνας». «Ο Αϊβαλιώτης Καπετάνιος» και «Το Βυζαντινό τοπίο» του Φώτη Κόντογλου (1895-1965) μαρτυρούν την αγωνία και την πειθαρχία αυτού του πρωτεργάτη του μύθου της ελληνικότητας για την τεράστια σημασία της αξίας της παράδοσης και τη λειτουργία της ζωγραφικής έκφρασης. Οι μαθητές του, Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989) και Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985) εκπροσωπούνται με τα αντιπροσωπευτικά τους έργα «Αξιωματικός της Αεροπορίας Καταθέτων Στέφανον», «Παίκτης του Μπάσκετ» και «Δύο φίλοι» με τη γνώριμη αισθησιακή προσωπική γραφή του πρώτου και ο «Όρκος» και ο «Ορφέας» με τη σουρεαλιστική πνοή και έκφραση του δεύτερου. «Το καθιστό γυμνό» του Γιάννη Μόραλη (1916-2011), «Το ερωτικό ζευγάρι» και «Η Μητρότητα» του Γιώργου Σικελιώτη (1917-1984), «Τοπίο με καταρράκτες» του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (1906-1994), «Τοπίο Ρόδου» και «Λιομαζόχτρες» του Βάλια Σεμερτζίδη (1911-1983) ανάμεσα στους εκατό και πλέον πίνακες που δώρισε πρόσφατα στην Πινακοθήκη η οικογένειά του, «Το τραπέζι της Καθαρής Δευτέρας» και το «Μοναστηράκι» του Σπύρου Βασιλείου (1902-1985). Σημαντικοί είναι και οι πίνακες των εξπρεσιονιστών ζωγράφων, όπως του κορυφαίου Γιώργου Μπουζιάνη (1885-1959) με τα περίφημα έργα «Προσωπογραφία του ζωγράφου Waldmüller» και «Γυναίκα με λουλούδια»,που τόσο πολύ υπέφερε από την απόφαση του να γυρίσει στην πατρίδα του και να υποστηρίξει με αίσθημα ευθύνης τις αισθητικές του κατακτήσεις, και του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη (1881-1955) «Μάσκες» και «Βαρκάδα», που δυστυχώς η τεράστια μορφοπλαστική του διατύπωση έμεινε άγνωστη στο ευρύτερο κοινό. Έργα των μεγάλων ανανεωτών της ελληνικής τέχνης πλουτίζουν τη Συλλογή της Δημοτικής Πινακοθήκης Ρόδου, όπως του Κωνσταντίνου Μαλέα (1879-1928) «Η Ακρόπολη από την Πνύκα» και «Ακρόπολη», του Κωνσταντίνου Παρθένη (1978-1967) «Νεκρή φύση με ρόδι», του Νικόλαου Λύτρα (1883-1927) «Τοπίο με θάλασσα» και του Σπύρου Παπαλουκά (1892-1957) «Κόκκινες στέγες στη Λέσβο», φωτίζοντας νέους δρόμους έκφρασης και αισθητικών κατακτήσεων. Επίσης, δυνατό είναι το παρόν των πρωτεργατών της αφαίρεσης στην Ελλάδα με αντιπροσωπευτικά έργα των Γιάννη Σπυρόπουλου (1912-1990), Αλέκου Κοντόπουλου (1905-1975), Θανάση Τσίγκου (1914-1965) και Θόδωρου Στάμου (1922-1997) μεταξύ των άλλων. Σημαντικά είναι και τα έργα της αποκαλούμενης γενιάς του ’60 με τις διαφορετικές αισθητικές διατυπώσεις από τους Βλάση Κανιάρη (1928-2011), Νίκο Κεσσανλή (1930-2004), Αλέξη Ακριθάκη (1939-1994), Κωνσταντίνο Ξενάκη (1931), Κώστα Τσόκλη (1930), Παύλο (1930) έως τους Δημήτρη Μυταρά (1934-2017), Αλέκο Φασιανό (1935), Δημοσθένη Κοκκινίδη (1929), Σωτήρη Σόρογκα (1930), Χρίστο Καρά (1930), Βασίλη Θεοχαράκη (1930), Παναγιώτη Γράββαλο (1933-2014), ο οποίος δώρισε εκατόν πενήντα πέντε έργα στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου, Αντώνη Απέργη (1938-2017) και των άλλων καταξιωμένων δημιουργών μετέπειτα γενεών Γιάννη Ψυχοπαίδη (1945), Χρόνη Μπότσογλου (1941), Μάκη Θεοφυλακτόπουλου (1939), Γιάννη Μπουτέα (1941), Όπυς Ζούνη (1941-2007), Παύλου Σάμιου (1948), Δημήτρη Κούκου (1941), Χρήστου Μποκόρου (1956), Εδουάρδου Σακαγιάν (1957)και πολλών άλλων άξιων ζωγράφων.

Προσωπογραφίες, τοπιογραφίες, συνθέσεις και νεκρές φύσεις, μέσα από διαφορετικές αισθητικές αποτυπώσεις καλλιτεχνών διαφορετικών γενεών, περίπου από το 1863 έως και σήμερα, θαρρείς, ότι πολλές από αυτές αποπνέουν αθανασία και ότι η υψηλή αισθητική τους έκφραση προκαλεί πνευματική και ψυχική ευφορία. Αυτή είναι η δύναμη της τέχνης, να αναβαπτίζει τον κόσμο και να τον βοηθά να αναζητά τη γαλήνη και τη δύναμη της φύσης.
Οι πλούσιες συλλογές του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, σχεδίων και κατασκευών, μόνιμα στεγάζονται σε τέσσερα αυτόνομα κτήρια: στη Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου «Ανδρέας Ιωάννου», στο «Νεστορίδειον Μέλαθρον», στην «Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης» (κτίριο του Παλαιού Συσσιτίου) και στην «Νέα Πτέρυγα, Νεστορίδειου Μελάθρου». Όπως επισημαίνει ο πάντα δραστήριος Πρόεδρος του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου, Δρ. Νικόλαος Τσ. Φρόνας «Πενήντα επτά χρόνια μετά την ίδρυση της Δημοτικής Πινακοθήκης, η φήμη και η αίγλη της παραμένει αναλλοίωτη. Είναι η μοναδική Δημοτική Πινακοθήκη (Ν.Π.Δ.Δ.), σε ολόκληρη την Ελλάδα με σύγχρονη λειτουργία έξι εκθεσιακών χώρων, σε τέσσερα ξεχωριστά κτήρια, συνολικού εμβαδού 2456 τετρ. μέτρων. Σήμερα γίνεται μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσουμε υψηλό το επίπεδο, επιλέγοντας καλλιτέχνες καταξιωμένους και νέους ταλαντούχους με αυστηρά κριτήρια, έτσι ώστε η ζήτηση για εκθέσεις να παραμένει μεγάλη και ο εκάστοτε καλλιτέχνης να θεωρεί εξαιρετική επιτυχία το γεγονός πραγματοποίησης έκθεσής του, στο Μουσείο της Ρόδου, στη Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου.»
Οι ευπατρίδες Ιωάννης (1897-1978) και Πάολα Νεστορίδη (1914-2011) δώρισαν ένα πολυόροφο οικοδόμημα στο κέντρο της πόλης, για να διευκολύνουν τη λειτουργία του Μουσείου. Ονομάσθηκε Νεστορίδειο Μέλαθρο, εγκαινιάσθηκε τον Ιούνιο του 2002 και διαθέτει όλες τις σύγχρονες μουσειολογικές προδιαγραφές, με σκοπό την προβολή της οικουμενικής αξίας της ελληνικής τέχνης από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα.

Το Δεκέμβριο του 2010, πραγματοποιήθηκε άλλη μεγάλη δωρεά της αείμνηστης Πάολας Νεστορίδη, το όμορο κτήριο στο Μέλαθρο των 817 τετρ. μέτρων, που ονομάσθηκε Νέα Πτέρυγα Νεστορίδειου Μελάθρου.

Φιλοξενεί περιοδικές εκθέσεις ζωγραφικής, χαρακτικής, γλυπτικής, καθώς και επιλεγμένες άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως επιστημονικές διαλέξεις, παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών, βιβλίων κλπ.

«Θερμές ευχαριστίες εκφράζω στους, Δήμαρχο Ρόδου κ. Χατζηδιάκο Φώτη, Αντιδημάρχο Πολιτισμού, Αθλητισμού, Μεσαιωνικής Πόλης και Μνημείων, κ. Χατζηιωάννου Ελευθέριο (Τέρη), φιλοπρόοδο Πρόεδρο, δρ. Νικόλαο Τσ. Φρόνα, στα δραστήρια μέλη του Δ.Σ. και της Καλλιτεχνικής Επιτροπής και στους ακούραστους συνεργάτες της, όπως την κ. Ισμήνη Κουφού και τον κ. Γιώργο Τηλιακό. Τέλος, στους Βασίλη και Μαρίνα Θεοχαράκη που αντιλαμβάνονται την τέχνη ως κοινό πνευματικό αγαθό, που έχουν την υποχρέωση να υπερασπίζονται και να προβάλουν» αναφέρει ο κ. Μαυρωτάς.