Γολγοθά ανεβαίνουν δύο άστεγοι συμπολίτες μας που η ζωή τους οδήγησε στο περιθώριο. Δεν έχουν ούτε για τα απαραίτητα και κοιμούνται στο χώμα. Κάθε βράδυ σκέπτονται πως θα βγει η νύχτα σε ένα παγκάκι, με μοναδικό εφόδιο ένα μπουκάλι νερό και ένα κρουασάν και αυτό αν το κεράσει κάποιος περαστικός έχων λίγη ανθρωπιά.

Το ρεπορτάζ έγινε νωρίς το πρωί, απροειδοποίητα. Πλησιάζω το σημείο όπου έχω την πληροφορία ότι υπάρχει άστεγος. Αρχικά αντικρίζω μια ροζ κουβέρτα λερωμένη από την απλυσιά και τα χώματα. Κάτω από αυτή ένας άνθρωπος μισοσκεπασμένος. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω αυτό που βλέπω.

Στη Ρόδο του τουρισμού, της ευμάρειας, της τουριστικής ανάπτυξης, άνθρωποι δεν έχουν να φάνε, δεν έχουν που να κοιμηθούν. Άνθρωποι που έμειναν στο δρόμο. Σκέπτομαι πως να πλησιάσω πώς να μιλήσω σε έναν άνθρωπο που έχει χάσει τα πάντα και περιμένει το τίποτα. Ελπίζει όμως για λίγη ανθρωπιά. Ελπίζει κάθε ξημέρωμα για κάτι καλύτερο για μια άλλη ζωή που να μην έχει χώμα. Που να έχει καθαριότητα, ζεστό φαγητό, καθαρά ρούχα. Μόλις φύγει το φως, όταν πέσει ο ήλιος και έρθει το σκοτάδι της νύχτας, οι ελπίδες χάνονται. Και καταφθάνει η απελπισία, η αβεβαιότητα για το αύριο.

Παρόλα αυτά πλησιάζω και του μιλώ για να ξυπνήσει. Ανασηκώνεται κάθεται στο παγκάκι και η συζήτηση αρχίζει. Με ενημερώνει πως βρέθηκε στο δρόμο εδώ και ένα μήνα. Μετά από τα οικογενειακά προβλήματα που είχε και την αδυναμία του να βρει δουλειά. Είναι άνεργος εδώ και ενάμισι χρόνο. Στα 58 του χρόνια δυσκολεύεται να βρει εργασία.

«Δεν είχα δουλειά βρέθηκα στο δρόμο. Χώρισα με τη γυναίκα μου και έκτοτε είμαι έξω. Πριν από αυτό ήμουν στην Ελβετία, σε ένα έργο που έγινε εκεί. Γύρισα πίσω όταν τελείωσε», δήλωσε.

Τα δεδουλευμένα του τα πήρε. Μετά όμως άρχισαν τα δύσκολα. Έχασε το τηλέφωνο του. Σε αυτό ήταν αποθηκευμένα όλα τα τηλέφωνα των εργολάβων που θα μπορούσαν να του τηλεφωνήσουν και του δώσουν δουλειά.

Τον ρωτώ γιατί δεν πήγε να αγοράσει μια νέα κάρτα SIM για να τον καλούν. Το αμέλησα μου απαντά. Από τότε ξεκίνησε ο Γολγοθάς.
Προσπάθησε να ζήσει με τα 200 ευρώ που παίρνει κάθε μήνα. Δεν του φθάνουν για να φάει για να νοικιάσει ένα σπίτι. Δεν φθάνουν για να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Τον ρωτώ αν τον βοήθησαν οι συγγενείς του.

« Τέτοια εποχή ποιος να σε φιλοξενήσει; Με κάλεσαν για φαγητό μια ημέρα και αυτό ήταν όλο και όλο» μου λέει.
Το μόνο που θέλει είναι βρει δουλειά και το κυριότερο μου λέει ένα σπίτι.
«Ένα σπίτι είναι το παν για μένα», μου λέει.
«Δεν φοβάστε ειδικά το βράδυ», τον ρωτώ. Τι να κάνουμε συνηθίσαμε πια μου λέει ο κ. Παναγιώτης Χρηστιάς.

Τον φωτογραφίζω γιατί μου το επέτρεψε . Μαζεύω τα πράγματα μου με το βλέμμα καρφωμένο στο κρουασάν και στο μισοάδειο μπουκάλι νερό δίπλα του. Πως θα βγάλει την ημέρα με ένα κρουασάν; αναρωτιέμαι.

Κοιτάζω στο απέναντι παγκάκι το δεύτερο άστεγο . Κάθεται πάνω στα χαρτόνια σημάδι ότι κοιμήθηκε εκεί στο παγκάκι χωρίς σκέπασμα. Γίνονται οι απαραίτητες συστάσεις . Ονομάζεται Παναγιώτης Δεμερτζής και κατάγεται από τις Σέρρες. Μου μιλάει με χιούμορ.

«Πήρες πρώτα συνέντευξη από τον Παναγιώτη. Για μένα  σου μίλησε ο Νίκος Τριπολίτης. Αλλά δεν πειράζει» μου λέει, και κάπως έτσι ξεκινάει η συζήτηση.

Προσέχω το κουτάκι μπύρας δίπλα του αλλά δεν σχολιάζω. Μου το λέει στη συνέχεια μόνος του . Ότι παλεύει κάθε βράδυ με την ερινύα του. Παλεύει και δεν καταφέρνει πέφτει στο σκοτάδι της εξάρτησης από το ούζο και τη σούμα τη μπύρα ότι έχει αλκοόλ. Κάποτε είχε εξάρτηση και από τα ναρκωτικά.

«Πίνω μερικές φορές από το πρωί. Είχα εξάρτηση από τα ναρκωτικά αλλά τα έκοψα», μου λέει.

Εφόσον τα κόψατε αυτά θα μπορέσετε να βρείτε τρόπο να κόψετε και το ποτό του απαντώ.
«Θα βρω τρόπο να το κόψω το ποτό,  αρκεί να φύγω από εδώ. Θέλω να πάω στο χωριό μου έξω από τις Σέρρες. Εδώ δεν αγαπάτε τους ανθρώπους. Μόνο τους αλλοδαπούς», λέει.

Μου αναφέρει ότι είναι  άστεγος πέντε χρόνια . Όλα τελείωσαν όταν έφυγε από τη ζωή η γυναίκα με την οποία ζούσε. Από τότε άρχισε ο εφιάλτης των εξαρτήσεων των ναρκωτικών του ποτού, της φτώχειας, της ανέχειας, της απελπισίας, του αδιεξόδου, της έλλειψης.

«Όλα θα ήταν διαφορετικά αν την είχα παντρευτεί εκείνη τη γυναίκα  μου λέει. Η ζωή μου θα ήταν αλλιώς. Είχαμε διαμερίσματα στο Φαληράκι. Τα κατάφερνε καλά. Ήταν επιχειρηματίας «, τονίζει.
Μου μιλάει για την κλοπή που τους έκανε ένας αλλοδαπός.
Δεν ανήκει στον τεχνικό κλάδο. Είναι ξεναγός και μιλάει 7 γλώσσες.

«Το επάγγελμα μου είναι ξεναγός μιλάω επτά γλώσσες. ΅Ασχολήθηκα με γούνες και με δερμάτινα. Μέχρι και σε κατάστημα κράχτης δούλεψα. Ήμουν από τους καλύτερους. Τα παράτησα όλα . Η εξάρτηση μου από το ποτό έφταιξε για αυτό», μου λέει.

Μου λέει για τη ζωή του . Μιλάει για την εξάρτηση του. Για τις νύχτες που δεν ξέρει που να πάει.  Ειδικά όταν βρέχει δεν ξέρει που να πάει. Δεν ξέρει που να σταθεί.

Το βλέπεις εκείνο το ερείπιο απέναντι; μου λέει. Εκεί πάμε, όταν βρέχει. Όμως έχει πρόβλημα η οροφή και σταζει και μέσα. Μαζευόμαστε εκεί που δεν στάζει για να προφυλαχτούμε λίγο. Δεν παλεύεται τις νύχτες και ειδικά το χειμώνα έξω.

«Πίνω κάθε μέρα. Μάλλον για να μη λειτουργώ για να  ξεχνάω. Θέλω να πάω στον πατέρα μου στην πατρίδα μου. Φθάνει πια δεν θέλω να μείνω εδώ. Έχω απελπιστεί δεν θέλω άλλο εδώ. Το πρώτο και κύριο εκεί να κόψω το ποτό. Μετά όλα γίνονται . Θέλω να κάνω τη δική μου δουλειά κάτι θα βρω εκεί» , λέει κ. Κώστας Δεμερτζής.

Μου μιλάει για κάποιο κληρικό που τον είδε στο παγκάκι και δεν του έδωσε σημασία.

“Δεν θέλω να με βγάλεις στην τηλεόραση μου λέει. Έγινα ρεζίλι μια φορά δεν θέλω ξανά. Γράψε αυτά που σου λέω”.

Τον ρωτώ αν τον βοήθησε κανείς στα πέντε χρόνια που είναι στο δρόμο.
«Ελάχιστοι. Και τι βοήθεια να μου δώσουν ; ΄Ένα κρουασαν και ένα σάντουιτς; Δεν είναι αυτό βοήθεια. Ευχαριστώ δεν θέλω. Δεν θέλω να μείνω εδώ . ¨Όταν ζούσε η σύντροφος μου είχαμε το ξενοδοχείο, τα είχαμε όλα. Και  λεφτά . ¨Όταν πέθανε έχασα τα πάντα», λέει.

« Θέλησα να βάλω ένα τέλος και στη δική μου ζωή μου λέει. Μέχρι πρότινος που πέρασε από το μυαλό να πέσω από το κάστρο. Να τελειώνω μια ώρα αρχύτερα. Απελπίστηκα τόσο πολύ από τη ζωή μου. Έκανα το λάθος να έρθω στη Ρόδο για να κάνω τα χαρτιά μου για την Πρόνοια και κόλλησα. Με τα χάλια που έχω δεν μπορώ να βρω δουλειά πια. Με αυτά τα χάλια, ποιος με θέλει εμένα. Πάω στην οδό Σωκράτους καμιά φορά και οι συνάδελφοι εκεί μου δίνουν χρήματα με βοηθούν γιατί ξέρουν ποιος ήμουν», μου λέει.

Κάπως τελειώνει η συνέντευξη. Σκέπτομαι πώς να βοηθήσω χωρίς να προσβάλω την αξιοπρέπεια του. Ρωτώ αν χρειάζεται να του αγοράσω κάτι . “Ένα πακέτο τσιγάρα θα ήθελα”, μου λέει. Κοιτάζω το μισοάδειο πακέτο που έχει δίπλα του για να αγοράσω ένα το ίδιο. “Όχι αυτό  άστο. Ένα Asso θέλω”, λέει

Αγοράζω τον Asso .

“Είναι μπλε  και όχι κόκκινο. Δεν ξέρω ποιο από τα δύο προτιμάτε” του απαντώ επιστρέφοντας.
“Ωραίο είναι” μου λέει. Παρακολουθώ τα μάτια του όταν παίρνει τα τσιγάρα. Κοιτάζει το πακέτο λες και είναι κάτι πολύτιμο.Λαχτάρα . Και η έκφραση της προσπάθειας να θυμηθεί από πότε είχε να καπνίσει Αsso μπλε.

Με το συναίσθημα της ενοχής που δεν μπορώ να προσφέρω περισσότερα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους που βρέθηκαν να κοιμούνται στα παγκάκια και να μην έχουν κάθε ημέρα κάτι για  να φάνε,  που δεν έχουν χρήματα και ένα ζεστό σπίτι απομακρύνομαι.

Στα αυτιά μου η παράκληση των φίλων περαστικών που τους ξέρουν και ήρθαν να τους βρουν : «Βοήθησε τους . Κρίμα…»