Ηταν η νύχτα βαριά και οι φυσιογνωμίες κινούνταν μέσα στο σκοτάδι περιμένοντας κάτι να γίνει, για να γεμίσει η γειτονιά ζωντάνια και ήχους και χαμόγελα. Δυστυχώς, σαν κινηματογραφική ταινία όλα πέρασαν μονομιάς από τη γειτονιά της Σορωνής και ξέφυγαν στους αγγέλους, όπως τώρα της λενε και της γράφουνε οι φίλοι της!

Ηταν πραγματικά το χαμόγελο που χάθηκε μέσα στην χτεσινή νύχτα, αφού και η μέρα στη Ρόδο, έκλαιγε με τα πρώτα σύννεφα και με τις πρώτες σταγόνες βροχής…

Εφυγε άτυχα. Σχεδόν άσκεφτα, περίεργα, λες και ο θάνατος της είχε στήσει το καρτέρι. Λες και η ζωή της, είχε κλείσει ραντεβού χωρίς συνέχεια. Αν δεν κανανε λάθος το δρόμο, αν δεν κάνανε την αναστροφή, αν δεν βρίσκονταν στο πέρασμα της, εκείνη δεν θα είχε φύγει τόσο βιαστικά, στα 24 της.

Σήμερα στη Σορωνή ράγισαν και οι πέτρες. Από τον πόνο. Από τις κραυγές. Από το κλάμα. Κραυγές και κλάμα. Κάπως σαν αρχαία τραγωδία. Δεν ήταν όμως μυθική η τραγωδία αυτή. Ηταν τόσο πραγματική, γι αυτό στέρεψαν τα λόγια, στέρεψαν οι φωνές, χάθηκε το χαμόγελο της, βγήκε η πίκρα.

Ο παππούς της Μιράντας σιγόκλαιγε κρατώντας συνέχεια το χέρι της. Τα αδέλφια της το ίδιο. Η μάννα δεν άντεξε, δεν φάνηκε, έκλαιγε και χτυπιόταν! Το ίδιο και ο χαροκαμμένος πατέρας. Πολύς ο κόσμος. Μια βουή από πόνο… Ολα αυτά σήμερα το απόγευμα στη Σορωνή…

Το μεγάλο γιατί… Μέγάλος χαμός, μεγάλος καημός.