Στις εορταστικές εκδηλώσεις, που διοργανώθηκαν στην Γενεύη, στις 13-15 Οκτωβρίου, από τις αρχές της πόλης και τoΙδρυμαHardt για την μελέτη της κλασικής αρχαιότητας, προς τιμήν του Ιωάννη Καποδίστρια στο πλαίσιο των πολιτιστικών γεγονότων για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, παρευρέθηκε η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη ως επίσημη προσκεκλημένη του Ελβετικού Κράτους και της FondationHardt.

Ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση του Συλλόγου Ελληνίδων Κυριών Γενεύης, τον παλαιότερη ομογενειακή οργάνωση της Ελβετίας, η Υπουργός παρέστη στην επίσημη παγκόσμια πρεμιέρα του δημιουργικού ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σμαραγδή «Αναφορά στον Ιωάννη Καποδίστρια», στην κατάμεστη αίθουσα του ιστορικού Palais de l’Athénée. Η Λίνα Μενδώνη στον χαιρετισμό της αναφέρθηκε στην προσωπικότητα του Καποδίστρια και στην καθοριστική συμβολή του στην διαμόρφωση τόσο του Ελληνικού, όσο και του Ελβετικού Κράτους, στην προσφορά του Συλλόγου Κυριών στην συνεχή παρουσία του ελληνικού πολιτισμού στη Γενεύη, αλλά και στην ποιότητα των δημιουργιών του σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή, ο οποίος τα τελευταία χρόνια μελετά συστηματικά τον Καποδίστρια, καθώς ετοιμάζει την ομώνυμη ταινία του.

Τα εγκαίνια της έκθεσης «Γενεύη και Ελλάδα. Μια φιλία στην υπηρεσία της ανεξαρτησίας”, η οποία διοργανώθηκε από το ΙδρυμαHardt σε συνεργασία με το Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας της Γενεύης, ήταν το μείζον γεγονός των εορταστικών εκδηλώσεων. Μία έκθεση με πλούσια και σημαντικά εκθέματα από τις Συλλογές του Μουσείου της Γενεύης και άλλων ελβετικών μουσείων και ιδρυμάτων, που συμπληρώνονται με αντικείμενα προερχόμενα από την Ελλάδα, από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το Μουσείο Φιλελληνισμού, το Μουσείο Καποδίστρια, καθώς και ιδιωτικές συλλογές. Παράλληλα, για πρώτη φορά εξετέθη η Συλλογή Αρχαιοτήτων της Αννας και του Ζαν Γκαμπριέλ Εϊνάρ, προκειμένου να γίνει απολύτως σαφής η σχέση του φιλελληνικού κινήματος με την Ελλάδα μήτρα της κλασικής αρχαιότητος. Παρουσιάζονται  δύο εξαιρετικές εκθέσεις  με  σημαντικά, και εν πολλοίς, άγνωστα στοιχεία για τη φιλία που συνέδεε τον Ιωάννη Καποδίστρια με τον εξέχοντα τραπεζίτη Ευνάρ και τον βαρόνο, εκπρόσωπο της Γενεύης, στο Συνέδριο της Βιέννης, Charles Pictet de Rochemont, καθώς και  την ουσιαστική συμβολή τους  στη στήριξη της νεότευκτης Ελληνικής Δημοκρατίας, αναδεικνύοντας τις  στενές ιστορικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελβετία και στην Ελλάδα.

Οπως ανέφερε η Λίνα Μενδώνη στην ομιλία της στην τελετή των εγκαινίων, «οι τρεις αυτές εξέχουσες ευρωπαϊκές φυσιογνωμίες, που ασπάζονταν κοινές πρωτοποριακές ιδέες και διαπνέονταν από τις ίδιες αξίες, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη σύσταση των σύγχρονων κρατών της Ελβετίας και της Ελλάδας και δημιούργησαν μια σημαντική ιστορική παρακαταθήκη, θέτοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια μιας ειλικρινούς φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς, η οποία διατηρείται ισχυρή και αναλλοίωτη έως σήμερα… Ο Καποδίστριας στήριξε σθεναρά και αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας, και ο Pictet de Rochemont συνέβαλε καίρια, ώστε η Ελβετία να μετατραπεί σε φιλόξενο έδαφος για τον ίδιο τον Καποδίστρια, αλλά και σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα φιλελληνισμού και στήριξης του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα, με πολυάριθμες φιλελληνικές επιτροπές να ιδρύονται σε πολλά καντόνια… O τραπεζίτης της Γενεύης Jean-GabrielEynard αναδείχθηκε  σε ηγετική μορφή του διεθνούς φιλελληνικού κινήματος, δια της συμμετοχής του στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε υποστηρικτή της οργάνωσης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Ενός Κράτους, το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας στη βραχύχρονη θητεία του ως πρώτος Κυβερνήτης -προτού πέσει θύμα του έντονου ιδεολογικοπολιτικού αναβρασμού της περιόδου- ανέλαβε, παρά τις εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες, και πέτυχε να εδραιώσει και να επεκτείνει εδαφικά, αλλά και να οργανώσει σε σύγχρονες ευρωπαϊκές βάσεις με μία ευρεία σειρά μέτρων στους τομείς της δημόσιας διοίκησης, της στρατιωτικής οργάνωσης, της οικονομίας, της δικαιοσύνης, της παιδείας, της γεωργίας».

Τα εγκαίνια, στα οποία τηρήθηκαν απολύτως όλα τα υγειονομικά πρωτόκολλα, τίμησαν με την παρουσία τους η Διευθύντρια του Ομοσπονδιακού Γραφείου Πολιτισμού της Ελβετικής Συνομοσπονδίας IsabelleChassot, τo μέλος του Conseild’État της Δημοκρατίας και του Καντονίου της Γενεύης ThierryApothèloz, ο Διοικητικός Σύμβουλος της Γενεύης και Δήμαρχος της Πόλης SamiKanaan, ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Hardt και πρώην Πρόεδρος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας PaschalCouchepin, o διευθυντής του Ιδρύματος Hardt καθηγητής PierreDucrey, ο Μητροπολίτης Ελβετίας Μάξιμος. Παρεύθηκαν, επίσης, απόγονοι των Εϋνάρ, Πικτέ και Καποδίστρια, μέλη  της ελληνικής παροικίας και πολλοί προσκεκλημένοι από την Ελλάδα και την Ελβετία.

Ανάλογης θεματικής και με έμφαση στο φαινόμενο του Φιλελληνισμού ήταν και η ημερίδα που διοργανώθηκε στο αμφιθέατρο του Μουσείου Τέχνης και Ιστορίας της Γενεύης από το Μουσείο και το ΙδρυμαHardt, με την συμμετοχή πολλών και διακεκριμένων ομιλητών, και την οποία προλόγισε η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Στο πλαίσιο της επίσκεψής της στην Γενεύη η Λίνα Μενδώνη επισκέφθηκε το Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζί. Την Υπουργό Πολιτισμού υποδέχθηκε και ξενάγησε στις εγκαταστάσεις του Κέντρου ο Προϊστάμενος του Μητροπολίτης Μάξιμος και οι συνεργάτες του. Στη συζήτηση που ακολούθησε εξετάστηκαν οι δυνατότητες εμπλουτισμού του Μουσείου Χριστιανικής Τέχνης του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την διοργάνωση περιοδικών εκθέσεων σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθώς και η παροχή τεχνογνωσίας σε θέματα συντήρησης και τεκμηρίωσης των εκθεμάτων.

Ο χαιρετισμός της υπουργού

Στο χαιρετισμό της η κ. Μενδώνη τόνισε τα ακόλουθα:

Αποτελεί για μένα ιδιαίτερη χαρά και εξαιρετική τιμή να βρίσκομαι απόψε μαζί σας, στα εγκαίνια δύο ιδιαίτερα σημαντικών Εκθέσεων, μέσα από τις οποίες αναδεικνύονται οι στενές ιστορικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελβετία και στην Ελλάδα.

Το έτος 2021 αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό ορόσημο για τον Ελληνισμό, καθώς σηματοδοτεί τη συμπλήρωση 200 ετών από την έναρξη της Επανάστασης του 1821. Του μακροχρόνιου και επώδυνου αγώνα των Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που οδήγησε στην αποτίναξη του μακραίωνου ζυγού, στην απελευθέρωση του Έθνους, και στη δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους.

Το ελληνικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα ωρίμασε και κορυφώθηκε σε μια περίοδο, κατά την οποία οι συγκλονισμένες από τη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους Πολέμους μεγάλες ηγεμονίες της Ευρώπης, επιδίωκαν την παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων, την επαναφορά της νομιμότητας και της ισορροπίας δυνάμεων και την αποκατάσταση του διαταραγμένου διεθνούς συστήματος διακυβέρνησης. Σε αυτό το πνεύμα, οι αποφάσεις του Συνεδρίου της Βιέννης και η εγκαθίδρυση της «Ιεράς Συμμαχίας», το 1815, δημιούργησαν ένα εξαιρετικά αρνητικό κλίμα απέναντι σε κάθε επαναστατική ιδέα και φιλοδοξία, που θα μπορούσε να προκαλέσει εκ νέου κίνδυνο γεωπολιτικής αναταραχής.

Σε αυτήν ακριβώς την ιστορική συγκυρία έλαβαν χώρα οι κρίσιμες διπλωματικές διαβουλεύσεις, που επρόκειτο να καθορίσουν την εθνική μοίρα τόσο των Ελλήνων, όσο και των Ελβετών. Οι συσχετισμοί ισχύος επέτρεψαν ευτυχώς στην Ελβετία να αναγορευτεί σε ανεξάρτητη συνομοσπονδία, στην οποία εντάχθηκε και το καντόνι της Γενεύης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα καθεστώς διεθνούς ουδετερότητας. Αντιθέτως, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στο ελληνικό ζήτημα υπήρξε αρχικά επιφυλακτική έως ανοιχτά εχθρική.

Δύο σημαντικές ευρωπαϊκές προσωπικότητες, που συμμετείχαν ενεργά στις σχετικές διεργασίες και ζυμώσεις:

Ο Έλληνας διπλωμάτης στην υπηρεσία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας Ιωάννης Καποδίστριας, ένας πολιτικός με μεγάλη διεθνή πολιτική εμπειρία και αναγνώριση, τον οποίον σύγχρονοί του χαρακτήριζαν ως αντίστοιχης εμβέλειας με τον Μέτερνιχ και τον Ταλλεϋράνδο, και

Ο εκπρόσωπος της Γενεύης στο Συνέδριο της Βιέννης Charles Pictet de Rochemont.

Οι δύο αυτές προσωπικότητες δημιούργησαν, τότε, μια στενή πολιτική και προσωπική σχέση, η οποία έμελλε να επηρεάσει άμεσα τις ιστορικές εξελίξεις για τους δύο λαούς, αλλά και να δημιουργήσει μεταξύ τους βαθείς και ισχυρούς δεσμούς, που διαρκούν έως σήμερα.

Ο Καποδίστριας στήριξε σθεναρά και αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας, και ο Pictet de Rochemont συνέβαλε καίρια, ώστε η Ελβετία να μετατραπεί σε φιλόξενο έδαφος για τον ίδιο τον Καποδίστρια, αλλά και σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα φιλελληνισμού και στήριξης του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα, με πολυάριθμες φιλελληνικές επιτροπές να ιδρύονται σε πολλά καντόνια.

Μια ακόμη εξέχουσα προσωπικότητα της Ελβετίας, ο τραπεζίτης της Γενεύης Jean-Gabriel Eynard, επρόκειτο να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή του διεθνούς φιλελληνικού κινήματος και εν συνεχεία, δια της συμμετοχής του στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε υποστηρικτή της οργάνωσης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Ενός Κράτους, το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας στη βραχύχρονη θητεία του ως πρώτος Κυβερνήτης -προτού πέσει θύμα του έντονου ιδεολογικοπολιτικού αναβρασμού της περιόδου- ανέλαβε, παρά τις εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες, και πέτυχε να εδραιώσει και να επεκτείνει εδαφικά, αλλά και να οργανώσει σε σύγχρονες ευρωπαϊκές βάσεις με μία ευρεία σειρά μέτρων στους τομείς της δημόσιας διοίκησης, της στρατιωτικής οργάνωσης, της οικονομίας, της δικαιοσύνης, της παιδείας, της γεωργίας κ.ά.

Οι τρεις αυτές εξέχουσες ευρωπαϊκές φυσιογνωμίες, που ασπάζονταν κοινές πρωτοποριακές ιδέες και διαπνέονταν από τις ίδιες αξίες, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη σύσταση των σύγχρονων κρατών της Ελβετίας και της Ελλάδας και δημιούργησαν μια σημαντική ιστορική παρακαταθήκη, θέτοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια μιας ειλικρινούς φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς, η οποία διατηρείται ισχυρή και αναλλοίωτη έως σήμερα.

Αυτή ακριβώς η παρακαταθήκη αποτελεί το αντικείμενο της μεγάλης επετειακής Έκθεσης με τον εξαιρετικά εύστοχο τίτλο «Γενεύη και Ελλάδα. Μία φιλία στην υπηρεσία της Ανεξαρτησίας», που το Ίδρυμα Hardt για τη Μελέτη της Κλασικής Αρχαιότητας (Vandeuvres) και το Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας της Γενεύης διοργάνωσαν με αφορμή τη διακοσιετηρίδα από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Παράλληλα, μια δεύτερη Έκθεση στο Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, αναδεικνύει τα έντονα αρχαιολατρικά αισθήματα του ζεύγους Eynard, έκδηλα σε όλες τις εκφάνσεις του προσωπικού και κοινωνικού τους βίου, που αποτέλεσαν το υπόβαθρο της σθεναρής φιλελληνικής τους δράσης.

Για τη σημαντικές αυτές πρωτοβουλίες, που τιμούν και αναδεικνύουν τους στενούς ιστορικούς δεσμούς των δύο χωρών, εκφράζω από βάθους καρδιάς τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες και τα θερμά μου συγχαρητήρια προς όλους ανεξαιρέτως τους συντελεστές.

Πρωτίστως, όμως, εκφράζω προς όλους εσάς και προς τον ελβετικό λαό τη βαθύτατη ευγνωμοσύνη όλων των Ελλήνων για την ανυπόκριτη διαχρονική φιλία και συμπαράσταση.

 

 343 total views,  4 views today