ΦΩΤΟ από Booth Kates from Pixabay

Όταν η πανδημία «χτύπησε» την Ιταλία, λίγο μετά τις αρχές του 2020, κάτι παράξενο άρχισε να συμβαίνει με τις επιχειρήσεις που πλέον αντιμετώπιζαν την πρωτοφανή κρίση του lockdown.

Πολλές από αυτές άρχισαν να δέχονται ασυνήθιστες προτάσεις εξαγοράς. Ήταν βέβαια χαμηλότερες από τις «κανονικές» τιμές της αγοράς, όμως και πάλι, ήταν μετρητά στο χέρι, την ώρα που οι επιχειρηματίες τα χρειάζονταν περισσότερο από ποτέ.

Στην αρχή, οι «επενδυτές» αυτοί δεν είχαν κάποιες ειδικές ή παράλογες απαιτήσεις. Αλλά μερικές εβδομάδες ή και μήνες αργότερα, ζητούσαν τα χρήματά τους πίσω. Και εάν αυτό δεν ήταν δυνατόν, απαιτούσαν μεγαλύτερο μερίδιο της επιχείρησης. Ή ακόμα και τον πλήρη έλεγχό της.

Κάπως έτσι, τα ιταλικά συνδικάτα του εγκλήματος χρησιμοποίησαν την πανδημία για να μπουν  στο «νόμιμο» κομμάτι της οικονομίας. Οι «οικογένειες» της μαφίας, η Κόζα Νόστρα στη Σικελία, η Ντραγκέτα στην Καλαβρία και η Καμόρα στη Νάπολη, δεν ζητούσαν πια χρήματα μέσω της βίας και του εκβιασμού, αλλά πρόσφεραν βοήθεια στις επιχειρήσεις που κινδύνευαν με αφανισμό.

«Το να προσφέρουν χρήματα και μετά να ζητούν ένα υψηλό επιτόκιο έχει αποδειχθεί ένας εξαιρετικός και σχεδόν χωρίς ρίσκο τρόπος να διεισδύσουν στη νόμιμη οικονομία», εξηγεί στον Independent ο Λουίτζι Κουόμο, πρόεδρος του SOS Impresa, ενός οργανισμού που βοηθά τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Με αυτό τον τρόπο, οι οργανώσεις της μαφίας καταφέρνουν να «αγοράσουν» το όνομα, την ιστορία και την αξιοπιστία μίας κατά τα άλλα αξιοσέβαστης επιχείρησης και να λειτουργούν στο εξής ως νόμιμοι παίκτες της αγοράς, με τους τεράστιους πόρους που έχουν εξασφαλίσει από τις παράνομες δραστηριότητές τους.

«Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να βοηθήσουμε έναν αριθμό μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων να λάβουν τα δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου που άρχισαν να διατίθενται από την περασμένη άνοιξη», σημειώνει ο Κουόμο, καθώς πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να δώσουν στις τράπεζες τις αναγκαίες εγγυήσεις ότι θα αποπληρώσουν τα δάνεια.  «Το Σεπτέμβριο, όταν πολλές επιχειρήσεις άρχισαν να ανοίγουν ξανά, είδαμε πολλές από αυτές τις εταιρείες να επενδύουν με κεφάλαια που ειλικρινά, δεν μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε, εκτός και εάν προήλθαν από ‘άλλα κανάλια’», προσθέτει.

Τα απόρρητα στοιχεία του ιταλικού υπουργείου Εσωτερικών, τα οποία δημοσίευσε το Νοέμβριο η Corriere della Sera, έδειχναν ότι όλα τα εγκλήματα μειώθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2020 στην Ιταλία λόγω του lockdown, εκτός από την τοκογλυφία. Το επιχειρηματικό επιμελητήριο του Μιλάνου διαπίστωσε ότι τουλάχιστον 1 στις 10 επιχειρήσεις δέχθηκε «περίεργο ενδιαφέρον» για εξαγορά σε τιμές πολύ χαμηλότερες της αγοράς. «Αυτός ο αριθμός απλά διπλασιάστηκε έως τα τέλη του Οκτωβρίου», είπε ο Μάριο Πεσέρικο, αντιπρόεδρος του Confcommercio Milan. «Και είναι λογικό να πιστεύει κανείς ότι αυτό το 20% έχει αυξηθεί έκτοτε». Ασφαλώς, κανείς δεν τολμά να κάνει καταγγελία για τοκογλυφία στην αστυνομία.

Όμως,  πέραν αυτής της πρακτικής, που τους επιτρέπει να μπουν στην νόμιμη οικονομία εκμεταλλευόμενες την πανδημία, οι οικογένειες της μαφίας έχουν στραφεί και σε μία ακόμα αγορά: Αυτή των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Όπως διαπιστώνει ο Βιτόριο Ρίτσι, αναπληρωτής αρχηγός της ιταλικής αστυνομίας, όταν οι τράπεζες πουλάνε κόκκινα δάνεια σε επιχειρήσεις, κάποια από αυτά στη συνέχεια μεταπωλούνται στα αφεντικά της μαφίας. Έτσι, τα συνδικάτα του εγκλήματος αποκτούν τον έλεγχο των επιχειρήσεων που έχουν χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση στα δάνεια και μαζί με αυτές, έναν εύκολο τρόπο για να ξεπλένουν τεράστια ποσά χρημάτων. «Το πρόβλημα στην αντιμετώπιση αυτής της δράσης είναι ότι τεχνικά, είναι απολύτως νόμιμη», εξηγεί ο Ρίτσι.

Οι οικογένειες του εγκλήματος που καταφέρνουν να μπουν στη νόμιμη οικονομία με αυτό τον τρόπο απασχολούν επαγγελματίες, άτομα με πτυχία και υψηλή μόρφωση και άρα είναι πολύ πιο επικίνδυνες, αφού είναι δυσκολότερο να πιαστούν, προσθέτει ο αναπληρωτής αρχηγός της αστυνομίας.

 479 total views,  2 views today