Ρόδος, μέσα του΄70. Το δάκρυ κυλά ποτάμι από τα καταγάλανα μάτια της ξανθιάς εντυπωσιακής Σουηδέζας που είναι κολλημένη στην αγκαλιά του εραστή της, στο ημίφως δισκοθήκης του νησιού. Δάκρυα, αγκαλιές και υποσχέσεις αιώνιας πίστης.

Του Τέρη Χατζηιωάννου 
Οι αξέχαστες μέρες, μάλλον νύχτες των διακοπών, τελειώνουν. Πουθενά δεν πέρασε τόσο όμορφα, όσο στη Ρόδο.
Όχι, μόνο σύντομα θα επιστρέψει, αλλά θα συστήσει το νησί και στις φίλες της. Αλησμόνητες, ονειρικές ήταν οι διακοπές της.
Οι σκηνές επαναλαμβάνονται κάθε βράδυ, κάθε εβδομάδα, κάθε καλοκαίρι.
Άλλες χαρακτηρίζονται από έντονα συναισθήματα, οι περισσότερες όμως για τους «επαγγελματίες» εραστές, από την κάψα της σάρκας.
Ο ταχυδρόμος φέρνει καθημερινά αλληλογραφία από την Ευρώπη, αλλά ποιος έχει αυτή την εποχή χρόνο;
Να χειμωνιάσει και βλέπουμε.
Δεκαετίες του ’70 του΄80 το ’90.
Η χρυσή εποχή των εραστών, των καμακιών όπως αποκαλούνται. Αν και όρος γεννιέται -όπως αναφέρει η βιβλιογραφία- το 1953, χάρις σε ένα λογοτεχνικό κείμενο του Γάλλου Αλμπέρ Σιμονέν, μόδα θα γίνει την επόμενη δεκαετία.
Η προβολή της ταινίας «Τα καμάκια» του Μοκί, αλλά κυρίως η εφαρμογή της φιλοσοφίας στο νησί «θα δώσει περιεχόμενο στον θεσμό», όπως λένε και στην πολιτική.
Γιατί τα καμάκια θεωρούν ότι το «ξενο-πήδημα», ήταν αμιγώς πολιτική πράξη, κοινωνική προσφορά.
Εποχή που αρχίζει ο μαζικός τουρισμός στο νησί και παράλληλα η εξάπλωση της σεξουαλικής απελευθέρωσης των γυναικών.
Καραβάνια έρχονταν με τα τσάρτερ οι Βορειοευρωπαίες.
Το μοντέλο των ερωτικών διακοπών γίνεται κίνητρο για όσες, φορώντας το λάγνο ένδυμα του κυνηγού, αναζητούν το Ελντοράντο του σεξ στις καυτές νύχτες της Ρόδου.
Καλλονές, ασχημόπαπα, κοντές, υπέρβαρες μέχρι και η Πίπη Φακιδομύτη (χαρακτηριστική περίπτωση, Σουηδέζας χωριατοπούλας)φθάνει από την αλλοδαπή, αναζητώντας τον ιδανικό εραστή των μεγάλων ταξιδιών και των …πολλών των πόντων.
Κι αν ο Ζορμπάς έκανε όλη την υφήλιο να χορεύει συρτάκι, οι greek lovers, τα καμάκια έκαναν μοναδικά τα καλοκαίρια της Ρόδου.
Η φήμη τους εξαπλώθηκε και έγινε φαντασίωση σε όλη την Ευρώπη. Εκείνες τις δεκαετίες όλος ο ελεύθερος αντρικός πληθυσμός της Ρόδου ήταν σε επιστράτευση, ενίοτε δε, έκαναν…βάρδια και οι παντρεμένοι.
Οne night stand, ο κανόνας. Γιατί υπήρχαν και άλλες κατηγορίες καμακιών, πολύ πριν, ο Ρίτσαρντ Γκιρ αναλάβει συνοδός στο American Gigolo. Αυτοί που κάνουν και business, βγάζουν το κάτι, τις…
«Το ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα, κατάντησε πλέον ανέκδοτο.
Κοίτα, τα χάλια μας. Παρακαλάμε τους πεινασμένους πρώην ανατολικούς, να έρθουν για διακοπές. Μετράμε τις διανυκτερεύσεις, πανηγυρίζουμε όταν οι κρατήσεις υπερβούν την εβδομάδα.
Το σύστημα All inclusive έχει γιγαντωθεί. Η αγορά στενάζει. Στις μέρες μας η βιομηχανία στηριζόταν στα “παντελόνια” τώρα…» λέει ο Γιάννης Κλούβας, γνωστός επιχειρηματίας μαγαζιών διασκέδασης, που βλέπει την νυχτερινή ζωή της πόλης να μαραζώνει.
«Τι πήγε στραβά» είναι το ερώτημα;
«Απουσιάζει η φιλοξενία, η συναναστροφή με τους ξένους, το καμάκι » απαντά.
Χάσαμε και τους …αναστεναγμούς, μπορεί δε, να προσθέσει κάποιος.
Εξέλιξη της εποχής, δικά μας λάθη, παραλείψεις. Ότι και αν έγινε, ένα είναι σίγουρο.
Μαζί με την “εξαφάνιση” της δισκοθήκης -κάπου εκεί στα τέλη του ’80- ήρθε και η παρακμή, το τέλος, για τα καμάκια.
Μέσα της δεκαετίας του΄70 στην περιοχή του Μόντε Σμιθ κάνουν opening, οι πρώτες μεγάλες δισκοθήκες της Ρόδου.
Step by Step, αργότερα ο Μανώλης Λαχανιάτης ανοίγει το Aquarius, ο Μιχάλης Μοντιάδης το Mikes, ο Σάββας Γεράκης το Babylon στο κέντρο της πόλης Kilimanzaro, Space, Sfinx, Milord, Studio 77 και τα επόμενα χρόνια Posidonia, Playboy, Bermuda, La Scala, Hi Way, Le Palais…
Εκεί εμφανίζονται τα πρώτα οργανωμένα καμάκια.
Νέοι, άφραγκοι, δίχως όρεξη για πολλή δουλειά με διάθεση για Dolce vita.
Σε κάθε δισκοθήκη ανάμεσα στους θαμώνες, και το βαρύ πυροβολικό του μαγαζιού. Οι εκτελεστές.
Οι διψασμένοι εραστές που όχι μόνο επιχειρούν, εντός του μαγαζιού, αλλά, προσελκύουν και γυναικοπαρέες.
Το καμάκι, το νυχτερινό μαγαζί το νιώθει δικό του. Το δεύτερο του σπίτι.
Τους ξέρει και τον ξέρουν. Τα χρόνια αυτά, η διασκέδαση ακολουθούσε την λογική της πυραμίδας ( για την προσαρμογή στο κείμενο)την διαδικασία της κορύφωσης.
Το πρωί οι lovers, λιάζονται στην παραλία του Έλλη και κάνουν φιγούρες στο Τραμπολίνο.
Απόγευμα στην καφετέρια, νωρίς το βράδυ για ζέσταμα στα bar και encore στις δισκοθήκες.
Εξαιρετικώς, για να κάνουν και το κομμάτι τους -όταν η γυναίκα μετράει- και κανένα πιάτο στις πίστες του Μπελ Πάσο, του Rodos by night, του Copacampana.
Η μοίρα της Ρόδου και η ενασχόληση των περισσότερων με τον τουρισμό, κάνει τα ντόπια καμάκια να διαφέρουν από τους «πανωμερίτες».
Το ντόπιο καμάκι είχε ποιοτικά χαρακτηριστικά. Οι δικοί μας (χρόνια στην εξάσκηση) το Αγγλικό, το σπικάρουν.
Άσε που κάποιοι με τα «χρόνια στο μυστρί», έχουν κάνει και διδακτορικό, ανάλογα με τις εθνικές τους προτιμήσεις.
Άλλος στις Σουηδέζες, άλλος στις Γερμανίδες, στις Φιλανδέζες και πάει λέγοντας. Υπήρχαν βέβαια και αυτοί, που δεν έπαιρναν τις ξένες γλώσσες και κουβαλούσαν ντενεκέ στην οικοδομή.
Αυτοί με το ζόρι ξέρουν πέντε λέξεις:- Do you dance, you are beautiful, I like you, Where are you from, το ξενιστί οπλοστάσιο τους.
Αν και δεν χρειάζεται, καθώς η γλώσσα που χρησιμοποιείτε, είναι η διεθνής.
Η γλώσσα του σώματος.
Άλλωστε οι διψασμένες ξένες δεν ήθελαν να συζητήσουν το …Κυπριακό, για το Ροδίτικο απόφθεγμα, ήρθαν στο νησί.
Πουκάμισο ανοιχτό, στενό εφαρμοστό παντελόνι καμπάνα, μακριά μαλλιά και μετά τις πρώτες κατακτήσεις, χρυσή καδένα.
Αργότερα, στο dress code προστεθήκαν τα χαβανέζικα πουκάμισα αλλά και τα μπάγκι παντελόνια που φορούν συνήθως τα καμάκια των λαϊκών συνοικιών.
Στα καμάκια όπως και στη ζωή, υπήρχε κοινωνική διαστρωμάτωση.
Υπήρχε και αυστηρός κώδικας δεοντολογίας.
Καμάκι δεν «έτρωγε» γυναίκα άλλου καμακιού, ακόμη κι αν εκείνη τον προκαλούσε. Αυτό τηρούσαν ως όρκο απαρέγκλιτα, τα καμάκια που δρούσαν στην ίδια δισκοθήκη στο ίδιο night club.
Υπήρχε συναδελφική αλληλεγγύη. Μόνο όταν ένα καμάκι καλούσε για βοήθεια «συνάδελφο» επιτρεπόταν το μοίρασμα.
Τα καμάκια είχαν και λίστα επετηρίδας.
Τέσσερεις ήταν οι κατηγορίες των καμακιών, καθεμιά είχε και ένα γυναικείο στόχο.
Τα δυνατά «πρώτα»- καμάκια παίρνουν τις ομορφότερες.
Τα «δεύτερα», μια κατηγορία γυναικών πιο κάτω.
Τα καμάκια «σκούπες», ότι μένει στην παρέα.
Και οι «σκουπιδιάρηδες», που δίνουν απόλυτη ερμηνεία στο γνωστό ρητό : Κουτσές στραβές στον …Άγιο Παντελεήμονα.
Από τις 10 γεμίζουν ασφυκτικά οι δισκοθήκες.
Στα δημοφιλέστερα μάλιστα μαγαζιά, σχηματίζεται ουρά από έλληνες και ξένους που θέλουν να είναι στους εκλεκτούς της βραδιάς.
Γίνεται πανζουρλισμός.
Όλοι ανυπομονούν να βρεθούν ανάμεσα στους τυχερούς που χωράει το μαγαζί. Ακόμη μια νύχτα, ακόμη ένας ιδιότυπος διαγωνισμός μεταξύ των αρσενικών για την αποπλάνηση της γυναίκας του Βορρά.
Όπως συμβαίνει στις μεγάλες πίστες, έτσι συμβαίνει και στις δισκοθήκες.
Tα δυνατά καμάκια, οι «καλύτεροι» δηλαδή, εμφανίζονται τελευταίοι.
Διαλέγουν, όμως πρώτοι.
Οι εραστές χτυπούν με σύστημα.
Όλοι μαζί στα θηράματα και με επίθεση εναλλάξ.
Αναλόγως την παρέα και η τακτική.
Κάθε καμάκι είχε την δική του στρατηγική.
Σύμμαχος ο D.J που έδινε την δυνατότητα στα καμάκια να δράσουν, κυρίως δε να χτυπήσουν γυναίκα με τα ερωτικά τραγούδια.
Τα μπλουζ, όπως τα έλεγαν.
Τα disco κομμάτια δίνουν τον απαραίτητο χρόνο στα καμάκια να μελετήσουν την ανθρωπογεωγραφία του χώρου.
Κάποιοι επιχειρούν να ψήσουν στο πρώτο μέρος.
Χορός, καμιά κουβέντα και αποχώρηση η τακτική.
Τα δυνατά καμάκια όμως παίζουν με τα μάτια και χτυπούν όταν στο πικάπ ο ντίσκ Τζόκεϊ από το «Last night a D.J. save my life», ρίχνει τα beat στο «Baby come to me».
Συναγερμός στο μαγαζί.
Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα, που λέει και το τραγούδι.
Αρχίζει το πρώτο μέρος μιας βραδιάς, έντονου φλερτ που μπορεί να καταλήξει στην παραλία και στο μέτρημα των άστρων.
Στο πρώτο μέρος των μπλουζ -περίπου στα μέσα της βραδιάς- αρχίσει το ψήσιμο. Στο φινάλε -και πριν καληνυχτίσει ο Lou Reed..με το Goodnight Ladies, ladies goodnight… όσοι δεν έχουν «ψαρέψει», σπεύδουν για την τελευταία ευκαιρία.
Και αν την χάσουν και αυτή, δεν πειράζει.
Και αύριο νύχτα είναι…
To μαγαζί λύκειο θηλέων.
Πανέμορφες Σουηδέζες, Φιλανδέζες άνω του 1.75, με γαλανά μάτια, ξανθά μαλλιά, αποκαλυπτικό ντύσιμο και διάθεση για περιπέτειες.
Όλες είχαν διαβάσει η πληροφορηθεί τον Οδηγό ελληνικών νησιών για το άτακτο κορίτσι. Καλλιστεία, θυμίζουν οι δισκοθήκες.
Χάρμα οφθαλμών.
Τη νύχτα η Ρόδος, αναδύει μια περίεργη ερωτική λάμψη. Μάτια, θαυμασμός, προσμονή, φλερτ, πρόταση, πείραγμα, πρόκληση.
Η σεξουαλική ικανοποίηση καλά κρατεί και αποδίδει ουκ ολίγα στη φάμπρικα που λειτουργεί με την μαρκίζα: Ροδιακός τουρισμός.
Τα τουριστικά πρακτορεία διαφημίζουν το νησί και σε σύγκριση με τις μέρες μας (που πέφτουν χαμηλά οι τιμές) τότε έπεφταν κυριολεκτικά…στα πόδια μας.
Η πιο καυτή ζώνη τουρισμού είναι η Ρόδος.
Γιατί πέραν από τα στερεότυπα που αναπαράγουν οι διαφημίσεις και τα φυλλάδια, έχει γίνει κίνητρο ταξιδιού και επιλογή προορισμού για τη λίμπιντο των τουριστριών. Έρχονται στο νησί με πρόφαση ήλιο και θάλασσα, ενώ πραγματικά αναζητούν sex στις βραδινές τους εξορμήσεις.
Σεξτουρισμό, κάνουν οι Ευρωπαίες. Και όλα αυτά χωρίς το άγχος της αξιοπρέπειας που τους δεσμεύει στις χώρες προέλευσής τους.
Προτού η Ελλάδα ζήσει καθυστερημένα τη σεξουαλική της απελευθέρωση Σουηδέζες, Δανέζες, Φιλανδέζες, Ολλανδέζες, Νορβηγίδες, Γερμανίδες δηλώνουν χωρίς περιστροφές έτοιμες για κάθε ερωτική διαδικασία.
Μια βραδιά μόνο με yes, χωρίς υποχρεώσεις και υποκρισία. Ζεστές ημέρες, καυτές νύχτες.
Ιδιαίτερα στις ώριμες ηλικίες των γυναικών, δηλαδή 30 something, που κατέκλυζαν το νησί.
Στα club Blue Bird, Μιnuit, Ιsabella, Έλλη, Zorbas κ.α. που είχαν ορχήστρα και έπαιζαν ξένη και ελληνική μουσική, οι Ζορμπάδες του έρωτα έδιναν κατ’ αρχήν μαθήματα για συρτάκι και μετά φιλέτο ελληνικής φιλοξενίας.
Οι ώριμες τριαντάρες, χωρίς καμία συστολή, δήλωναν και πράγματι ήταν έτοιμες για όλα.
Δεν είχαν περιορισμούς και διαφωνούσαν με τη γνωστή ατάκα στους δυο τρίτος, δεν χωρά.
Όσοι περισσότεροι, τόσο καλύτερα, κυριαρχούσε. Άσε που είχαμε και κωμικοτραγικές καταστάσεις.
Η κάψα της ηδονής, συχνά έφερνε και απώλεια έλεγχου.
Από την δίψα οι ασυγκράτητες Βορειοευρωπαίες γίνονταν φορτικές, ενοχλούσαν τα καμάκια. Στις δουλειές τους, στη πόρτα του σπιτιού τους.
Αμέτρητες οι περιπτώσεις που έπεφταν πάνω στην αρραβωνιαστικιά ή στην σύζυγο.
Λυσσασμένες για έρωτα, έλεγαν οι πρωταγωνιστές.
Άλλωστε, όλες αυτές ήθελαν να βγάλουν τα ερωτικά τους απωθημένα μέσα σε δύο εβδομάδες διακοπών.
“Δεν έχεις ακούσει για εκείνη τη Σουηδέζα που όταν της είπαν πως δεν θα φύγει το πλοίο από τον Πειραιά για τη Ρόδο, βούτηξε στη θάλασσα να πάει κολυμπώντας;”, λένε τα καμάκια για να καταδείξουν τον θρύλο.
Οι περισσότεροι στα τέλη Σεπτεμβρίου με δυσκολία …περπάταγαν, μάλιστα τότε δεν είχε ανακαλυφθεί και το Viagra.
«Τα καμάκια θα έπρεπε να έχουν επιχορηγηθεί από τον ελληνικό οργανισμό τουρισμού ή τουλάχιστον θα έπρεπε να αναφέρονται στους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες» λένε.
Χαλάρωναν δυο-τρεις μήνες και η πλειοψηφία για να επανακτήσει δυνάμεις, το ρίχνε στο ψάρεμα. Από ξανθιές γοργόνες το καλοκαίρι, ψάρευαν ζαργάνες το φθινόπωρο.
Από τα …ένσημα του καλοκαιριού στην ανεργία. Ευκαιρία να ανοίξουν τα γράμματα που στοίβαζαν κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και να δικαιολογηθούν.
Είχα πολύ δουλειά, άργησε να τα παραδώσει το ταχυδρομείο, τα έκρυψε η μάνα μου, καθώς και μια σειρά απίστευτες δικαιολογίες…
Και μετά την απαραίτητη φθινοπωρινή ανάπαυλα σε ευρωπαϊκή χειμωνιάτικη ευρωπαϊκή love tour.
Όπως τα μεταναστευτικά «πουλιά».
Να μην ξεχνάμε και την τέχνη, βρε αδελφέ.
Μες το καταχείμωνο -και έξω από τα νερά τους- οι γαμπροί επισκέπτονταν τις καλοκαιρινές κατακτήσεις στα παγωμένα χώματα.
Πολλοί εφήμεροι έρωτες του καλοκαιριού, εξελίχτηκαν σε σχέση ζωής, είτε με παπά, είτε στο δημαρχείο κάποιας ευρωπαϊκής πόλης, συνήθως σκανδιναβικής.
Περίπου 1000 μεικτούς γάμους είχαμε εκείνα τα χρόνια. Αυτές βέβαια, ήταν οι εξαιρέσεις. Γιατί η μεγάλη πλειοψηφία, πάλευε με τις στατιστικές.
Πόσες; Από πού; Ξανθιές, μελαχρινές ,εύκολες και δύσκολες. Άρχιζαν το μέτρημα και τα παρατούσαν κάπου εκεί, μεταξύ Στοκχόλμης και Κοπεγχάγης…
Όμως τα top καμάκια, όσα χρόνια κι αν περάσουν παραμένουν μύθοι.
Όπως ένας τραγουδιστής με απίστευτο ρεκόρ, που κυκλοφορούσε με τις πιο ωραίες γυναίκες.
Ένας DJ, με εξίσου καθόλου ευκαταφρόνητους αριθμούς.
Ένας σερβιτόρος δισκοθήκης, που αν έβαζαν σε ένα γήπεδο τις γυναίκες που πέρασαν από το κρεβάτι τους, ο ιδρυτής του Playboy, Χιού Χέφνερ θα έμοιαζε με …πρόσκοπο.
Στην πόρτα ενός restaurant -bar της σημερινής Ρόδου, ένας ψιλόλιγνος σγουρόμαλλης μεσήλικας με άσπρο παντελόνι, κόκκινο πουκάμισο, χρυσή καδένα στο λαιμό και δαχτυλίδι στο χέρι που υποδέχεται τους πελάτες, θυμίζει πρωταγωνιστή ταινίας του Αλμοδοβάρ.
Το όνομα του Ηλίας Φανούρης ή Μπρούνο, όπως συστήνεται.
Καμάκι από τα γεννοφάσκια του.
Πρωταγωνιστής μάλιστα και του ντοκυμαντέρ του Νίκου Μιστριώτη «Οι κολοσσοί του έρωτα» (Colossi of love)που προβλήθηκε φέτος στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Το σενάριο της Μαρίας Κουφοπούλου καταγράφει μια παρέα τεσσάρων πρώην «καμακιών» που δίνουν την εικόνα της εποχής που σημάδεψε τις ζωές τους. Ανάμεσα τους και ο 56χρονος Μπρούνο που εξακολουθεί να βρίσκεται στις επάλξεις «χτυπώντας» κυρίες.
O Μπρούνο που ακόμη δεν έχουν ξεπεράσει το σύνδρομο του χθες. Μεγάλωσε , έζησε την χρυσή εποχή, τον μύθο των εραστών της Ρόδου. «Με πόσες γυναίκες έχεις κοιμηθεί Φανούρη»;
Και αρχίζει τους υπολογισμούς. «Κάνω καμάκι από τα 15 μου, άρα σαράντα χρόνια X τόσες την σεζόν = 4χιλιαδες γυναίκες»!
Ο Μπρούνο δηλώνει ειδικός στις Φιλανδέζες και πολύ πριν μπει στη ζωή μας ο Ολι Ρεν, ο σγουρόμαλλης PR έλεγε: «Καλό Κουράγιο» στις συμπατριώτισσες τους που τον εκλιπαρούσαν να τις παντρευτεί..
«Αλησμόνητες εποχές, μοναδικές φίλε μου, με πολύ ωραίες, πραγματικά δίμετρες γυναίκες» λέει με νοσταλγία.
« Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, συμμετείχα στο έγκλημα.
Ήμουν dj στις μεγαλύτερες disco εκεί όπου γινόταν όλο το παιχνίδι»λέει ο Τάκης Χρυσοβέργης «Θεός» το παρατσούκλι του, σήμερα επικεφαλής της μειοψηφίας στον δήμο Χάλκης.
«Θρυλικό το feeling που δημιουργήθηκε την εποχή. Έρχονται μέχρι σήμερα και μου λένε «μ’ εκείνο το τραγούδι που έβαλες, πλησίασα τη γυναίκα μου που καθόταν σε μια γωνιά και σήμερα έχουμε τέσσερα παιδιά»
και θυμάται ένα από τα προσόντα των καμακιών.
«Οι καλοί χορευτές εκείνης της εποχής ήταν οι σταρ της πόλης.
Το «μπαμ» (χορός της εποχής-Funky music)συνήθως χορευόταν ανάμεσα σε δύο άντρες.
Ήταν αισθησιακός, αλλά και δυνατός συνάμα κι αποτελούσε μήνυμα προς τη γυναίκα, όπως γινόταν άλλωστε και γίνεται μέχρι σήμερα στις φυλές της Αφρικής όπου ο χορός είναι το κάλεσμα ! »
«Ήταν μια αθώα εποχή.
Την αγαπούσες και σε αγαπούσε για 10-15 μέρες.
Δεν πήγαινες για να πάρεις τα χρυσαφικά της.
Απλά περνούσες καλά.
Ασε που και η τουριστική περίοδος, διαρκούσε πολύ περισσότερο.
Τότε μιλούσαμε και για χειμερινό τουρισμό» τονίζει.
«Η σεζόν ξεκινούσε το Φεβρουάριο και τα δυνατά καμάκια μπορεί να ξεπερνούσαν και τις 100 γυναίκες.
Οι μεγάλοι «Βαλεντίνοι» ήταν λίγο βαρύ, να κυκλοφορήσουν την ίδια γυναίκα για πάνω από 2-3 ημέρες.
Ξέρω παιδιά που είχαν και 2 και 3 γυναίκες τη μέρα, έτσι για να γράφουν νούμερα. Υπήρξε εποχή που το κοινωνικό σου status προσδιοριζόταν με το με πόσες γυναίκες κοιμήθηκες τη σεζόν» αναφέρει, ο «Θεός» της κονσόλας.
«Η καλή περίοδος για τα καμάκια ήταν από το 1975 και έκλεισε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τότε που η νύχτα στη Ρόδο πολεμήθηκε, τα μαγαζιά διαλύθηκαν και στρέψαμε τη νεολαία μας αλλού.
Κόλλησε σ’ ένα κομπιούτερ κι ένα χάπι.
Η νεολαία μας τότε ήταν πεντακάθαρη.
Τα καμάκια έπιναν ένα ποτάκι για το “ζήτω”. Ήταν αλλού το μυαλό τους, τότε ο άντρας ήταν κυνηγός» υποστηρίζει.
Τη δεκαετία του ’80 άρχισε η παρακμή τους.
Η ιστορία των καμακιών της Ρόδου, ξέπεσε ταυτόχρονα με την σεξουαλική απελευθέρωση των Ελληνίδων και το Aids που αποδεκάτισε πολλούς.
Tα καμάκια της Ρόδου, παιδιά, μιας ανέμελης ζωής χάθηκαν, έγιναν αναμνήσεις. Ετοιμοπόλεμα νιάτα που πρόσφεραν στον μύθο του Ροδιακού τουρισμού.
Τότε που οι στατιστικές έδειχναν ότι το 60% των τουριστών που έρχονταν στη Ρόδο, ήταν γυναίκες.
Αρα επιβράβευαν τις υπηρεσίες, την προσφορά τους.
Πέρασε σχεδόν μια εικοσαετία από την χρυσή εποχή του Ρόδιου επιβήτορα.
Και όμως, το θέμα αποτελεί ακόμα ταμπού παρά την σεξουαλική απελευθέρωση και στη χώρα μας.
Λίγο η ηλικία, λίγο η κοιλίτσα που κάλυψε τα χαρίσματα, οι στατιστικές που έχουν πάρει κατήφορο, η οικογενειακή κατάσταση.
Κανείς δεν μιλάει, ουδείς δείχνει πρόθυμος, να γράψει το όνομα του στην Power List «Τα Καμάκια»
Εκτός από τον Μπρούνο, που δηλώνει συνεχιστής της παράδοσης:
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα…
PS) Το άρθρο μου δημοσιεύτηκε το 2011 στο ειδικό περιοδικό «Rodos Confidential» εκδόσεις Liberis.
1.* Ο Ηλίας Φανούρης ή Μπρούνο είχε τραγική κατάληξη καθώς βρέθηκε δολοφονημένος στο σπίτι του στην Παλιά Πόλη το 2014.
2.* Οι κοινωνικές εξελίξεις και στην Ελλάδα έχουν ανατρέψει ολοκληρωτικά τα ισχύοντα εκείνες τις δεκαετίες.
3.* Τα καμάκια της Ρόδου απασχόλησαν και φέτος ιστοσελίδες π.χ. Deutsche Welle και εφημερίδες πχ. Die Welt.

 2,158 total views,  2 views today