30 χρόνια από τα άρματα στην Τιενανμέν

97

Τα ξημερώματα της 4ης προς 5η Ιουνίου 1989, συνέβησαν μια σειρά πραγμάτων, τα οποία έδωσαν στη σύγχρονη ιστορία μια από τις πιο εμβληματικές φωτογραφίες της:

Αρχικά, στο Πεκίνο βρισκόταν ο φωτορεπόρτερ του ΑΡ Τζέφ Γουάιντνερ, ο οποίος κάλυπτε την κατάληψη της πλατείας Τιενανμέν από Κινέζους φοιτητές, οι οποίοι ζητούσαν -τι άλλο;- περισσότερη δημοκρατία. Ο Γουάιντνερ βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την Τιενανμέν όταν τα τανκς άρχισαν να κινούνται προς την πλατεία με προφανείς σκοπούς και είχε τη μηχανή του στραμμένη επάνω τους.

Το δεύτερο πράγμα που συνέβη είναι ότι ένας άγνωστος Κινέζος άντρας, κρατώντας δύο σακούλες στα χέρια του, δεν έτρεξε να φύγει όπως έκαναν άπαντες, αλλά αντίθετα περπάτησε πολύ ψύχραιμα προς τα τανκς και στάθηκε μπροστά τους. Πιθανώς η γυναίκα του τον είχε στείλει να πάρει τόφου από το κοντινό μίνι-μάρκετ, αλλά αυτός αποφάσισε να γίνει ο ήρωας της ημέρας, ίσως και της δεκαετίας. Και έγινε.

Ενσαρκώνοντας με τον πιο απρόσμενο τρόπο το μύθο του Δαυίδ και του Γολιάθ, ένας μικρόσωμος Κινέζος στάθηκε μπροστά από μια σειρά τεθωρακισμένων του -ισχυρότερου ίσως- στρατού επί γης και τα σταμάτησε. Μετά, εξίσου ψύχραιμα, ανέβηκε πάνω στο πρώτο τανκ, είχε μια σύντομη συνομιλία με τον πιλότο και ξανακατέβηκε. Το εντυπωσιακό είναι το έκανε. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι κανείς δεν τον ξάπλωσε με μια σφαίρα. Κάτι που ο -ισχυρότερος ίσως- στρατός επί γης δεν δίστασε να κάνει σε άγνωστο αριθμό ανθρώπων λίγο αργότερα.

Η ταυτότητα του άντρα παραμένει έως σήμερα μυστήριο. Όπως και η τύχη του. Σύμφωνα με πληροφορίες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, ο άντρας εκτελέστηκε δύο εβδομάδες αργότερα. Άλλες πηγές αναφέρουν πως εκτελέστηκε λίγους μήνες αργότερα. Μια άλλη, κάπως υπεραισιόδοξη εκδοχή, λέει ότι ο άντρας τελικά ξέφυγε και συνέχισε να ζει στο Πεκίνο. Ο Ζιάνγκ Ζεμίν, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΚ ο οποίος διαδέχθηκε μετά τα αιματηρά γεγονότα της εξέγερσης το Ζάο Ζιγιάνγ, ρωτήθηκε το 1990 από αμερικανικό τηλεοπτικό μέσο σχετικά με την τύχη του διαδηλωτή. Ο Ζεμίν, μέσω διερμηνέα, απάντησε αρχικά στα κινεζικά λέγοντας «Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω το κατά πόσο αυτός ο νέος άντρας που αναφέρατε συνελήφθη ή όχι». Στη συνέχεια μιλώντας στα αγγλικά πρόσθεσε: «Νομίζω ότι ποτέ δεν σκοτώθηκε».

Ας δούμε, τώρα, το υπόβαθρο

Η τύχη του θαρραλέου άντρα -η ιστορία του οποίου απλώς επιβεβαιώνει το Ντέιβιντ Μπάουι (“we can be heroes just for one day”)- πέρασε κι αυτή στη σφαίρα της μυθολογίας, αλλά η ιστορία της Κίνας συνεχίζεται. Και το ερώτημα προβάλει κάθε λίγο όλο και πιο πιεστικό στο σύγχρονο κόσμο.Πόσο πιο δημοκρατική είναι η Κίνα σήμερα, απ’ ότι ήταν 30 χρόνια πριν;

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονος ότι τα γεγονότα στην Πλατεία Τιενανμέν δεν ήταν αποκομμένα από τη συνολική πορεία της χώρας και είχαν πολύ και πλούσιο μπακγκράουντ.

Στις 15 Απριλίου 1976, 13 χρόνια νωρίτερα, στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου και σύμβολο του Μαοϊκού καθεστώτος, περίπου 200.000 άνθρωποι -οι περισσότεροι φοιτητές- γιόρτασαν την “Ημέρα των νεκρών” με μια μεγάλη συγκέντρωση στην πλατεία της “Ουράνιας Γαλήνης”, προς τιμήν του πρωθυπουργού Τσου Εν Λάι, που είχε πεθάνει τον Ιανουάριο. Η παράδοση θέλει τους ζωντανούς να αφήνουν μηνύματα και ποιήματα στους τάφους των αγαπημένων τους, όμως η κομμουνιστική εκδοχή του αρχαίου κινέζικου εθίμου, έφερε τους ερυθροφρουρούς και τα μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας όχι στα νεκροταφεία, αλλά στην πλατεία, όπου άφησαν επαναστατικά τετράστιχα.

Η συγκέντρωση εξελίχθηκε γρήγορα σε διαδήλωση διαμαρτυρίας, όταν φοιτητές του Πανεπιστημίου Ξένων Γλωσσών του Πεκίνου άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα και να αφήνουν ποιήματα με “αντεπαναστατικό” περιεχόμενο και έντονη κριτική κατά της συζύγου του προέδρου Μάο Τσε Τουνγκ. Επενέβη -φυσικά- η αστυνομία, το πλήθος διαλύθηκε, χιλιάδες μηνύματα καταστράφηκαν, όμως πολλά διασώθηκαν και εκδόθηκαν σε μπροσούρες που κυκλοφόρησαν παράνομα από χέρι σε χέρι. Έμειναν στην ιστορία ως τα “Ποιήματα της Τιενανμεν”. Η αστυνομία συνέλαβε εκατοντάδες από τους αυτοσχέδιους ποιητές. Το περιστατικό αυτό ήταν η “μήτρα” που γέννησε 13 χρόνια αργότερα τη δεύτερη μεγάλη εξέγερση στην ίδια πλατεία.

Και μπαίνουμε στη δεκαετία του ’80, όταν οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού παθαίνουν Περεστρόικα. Κατ’ άλλους πρόκειται για “εκσυγχρονισμό”, κατ’ άλλους η αρχή της μετάβασής τους προς τον καπιταλισμό. Βασικός εκφραστής αυτής της πολιτικής σκέψης ήταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης από το 1985, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Αναπτύσσονται διάφορα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας διεκδικώντας πολιτικές ελευθερίες, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου κ.λπ. Όπως είναι αυτονόητο, τα κυβερνώντα κομμουνιστικά κόμματα, ταυτίζουν τις διεκδικήσεις με αντεπανάσταση. Η Κίνα δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτή την πραγματικότητα της δεκαετίας του ’80. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις φαντάζουν επιτακτικές και ο Ζάο Ζιγιάνγκ πρωθυπουργός και Γενικός Γραμματέας του ΚΚΚ είναι το πρόσωπο που καλείται να αποφασίσει τι μορφή θα πάρει στην τεράστια χώρα ο εκσυγχρονισμός.

Το κομμουνιστικό κόμμα δεν έχει βασικές αντιρρήσεις, με μια προϋπόθεση: Να μην υπάρξει αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής έχει δημιουργήσει μεγάλες οικονομικές αντιθέσεις και ανέχεια στο λαό. Ταυτόχρονα, ο λαός, και ιδιαίτερα ο φοιτητικός κόσμος, ασφυκτιούσε από την έλλειψη δημοκρατικών θεσμών και τη διαρκή καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για τη διεκδίκησή τους οι αποφασισμένοι φοιτητές συγκεντρώθηκαν τον Απρίλιο του 1989 στην πλατεία Τιενανμέν.

Η αιματοβαμμένη 4η Ιουνίου

Το κομμουνιστικό καθεστώς τούς άφησε εκεί επί έξι εβδομάδες, επιδεικνύοντας πρωτοφανή, για τα δεδομένα του, ανοχή. Στο μεταξύ όμως, οι θέσεις άλλαζαν: Οι φοιτητές δεν έχουν απέναντί τους έναν εν δυνάμει μεταρρυθμιστή, αλλά ένα σκληρό καθεστώς που χαρακτηρίζει ξεκάθαρα τις διαμαρτυρίες τους ως “αντεπαναστατική αναταραχή”. Το απόγευμα της 3ης Ιουνίου, βγαίνει ανακοίνωση που ζητάει από τους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους και τους ενημερώνει πως μια ομάδα αντεπαναστατών έχει εξεγερθεί στο κέντρο του Πεκίνου.

Το βράδυ, στρατιώτες και άρματα κάνουν την εμφάνιση τους. Τα μεσάνυχτα της 4ης Ιουνίου του 1989, δίνεται η διαταγή για επέμβαση. Οι φοιτητές πιασμένοι σε αλυσίδες τραγουδούν τον ύμνο της Τρίτης Διεθνούς μπροστά από φλεγόμενα λεωφορεία και αυτοκίνητα που έχουν στηθεί για οδοφράγματα. Ο δημοσιογράφος Ρίτσαρντ Ροθ του CBS βρίσκεται στον αέρα “Ακούτε τους πυροβολισμούς. Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Επιτίθενται και σε μας. Θα φύγω, θα φύγω”, φωνάζει σε έναν στρατιώτη πριν οι ριπές διακόψουν την σύνδεση. Η επέμβαση έχει αρχίσει. Ακολούθησαν σκηνές απόλυτης σφαγής.

Ο στρατός πυροβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιοι διαδηλωτές οπλισμένοι με ό,τι βρίσκουν μπροστά τους πέτρες, ξύλα, σίδερα προσπαθούν να απαντήσουν, άλλοι τρέχουν να σωθούν και οι υπόλοιποι με αυτοσχέδια φορεία μαζεύουν τα πρώτα θύματα της τραγωδίας. Χιλιάδες θα συλληφθούν, ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός των νεκρών. Ο Ερυθρός Σταυρός της Κίνας κάνει λόγο για 2.400 νεκρούς, ενώ οι επίσημες αρχές μιλάνε για 241.

Πάρα πολλοί διαδηλωτές καταδικάστηκαν σε βαρύτατες ποινές φυλάκισης. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, δεκάδες διαδηλωτών της Τιενανμέν εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να κρατούνται στις κινέζικες φυλακές. Η σφαγή του 1989 προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών στη Δύση, όμως πολύ γρήγορα οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς ανακάλυψαν στο πρόσωπο της Κίνας έναν προνομιακό εμπορικό εταίρο και οι διαμαρτυρόμενοι απλώς το βούλωσαν.

Σήμερα, τα κινέζικα ΜΜΕ δεν κάνουν καμία αναφορά στη σφαγή του ’89.

AP 8906050128

(AP Photo/Liu Heung Shing)

Το μόνο “μήνυμα”, 30 χρόνια μετά την Τιανανμέν, είναι ότι η Κίνα επιστρέφει στην ηγετική της θέση στον πλανήτη, την οποία τής “άρπαξαν” οι δυτικές δυνάμεις στη διάρκεια του «αιώνα του εξευτελισμού», τα ανθρώπινα δικαιώματα παραμένουν μια ασήμαντη λεπτομέρεια και το μόνο εναπομείναν παραδοσιακό κομμουνιστικό κράτος του κόσμου έχει τους περισσότερους δισεκατομμυριούχους του πλανήτη. Ο οποίος πλανήτης εξακολουθεί να προσπαθεί να καταλάβει τι είν’ αυτό που συμβαίνει στην Κίνα.  

Πολλά παράδοξα μαζί φτιάχνουν τελικά κάποιο νόημα

Ας ξεκινήσουμε από το μη-παράδοξο. Δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο στον τρόπο που η κομμουνιστική Κίνα εξελίχθηκε από επαναστατική σε όχι απλώς αντιεπαναστατική αλλά φοβική προς οτιδήποτε το αντιδραστικό. Είναι η ιστορία όλων των κομμουνιστικών καθεστώτων αυτή. Σήμερα το ΚΚΚ φαίνεται διατεθειμένο να βάλει τη σταθερότητα πάνω από οποιονδήποτε άλλο στόχο -περιλαμβανομένης της οικονομικής ανάπτυξης-, να εφοδιαστεί με τα πιο σύγχρονα συστήματα ελέγχου και να συντρίψει στη ρίζα της οποιαδήποτε κοινωνική κινητοποίηση του φαίνεται ύποπτη.

Η Κίνα επενδύει σήμερα περισσότερα στον εσωτερικό έλεγχο απ’ό,τι στην άμυνα. Το 2017, ο προϋπολογισμός για την εσωτερική ασφάλεια έφτασε τα 197 δισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται οι επενδύσεις στην τεχνολογία της παρακολούθησης και στην αστική ασφάλεια. Είναι η μοίρα της τυραννίας. Όσο περισσότερη εξουσία έχεις, τόσο περισσότερο φοβάσαι ότι κάποιος θα προσπαθήσει να στην αρπάξει… Είναι, κοντολογίς, αποφασισμένη να μην επιτρέψει μια δεύτερη Τιενανμέν.

Το σούπερ παράδοξο σε όλη αυτή την ιστορία, όμως, είναι ότι ούτε και οι ίδιοι οι Κινέζοι φαίνονται ιδιαίτερα αγχωμένοι να εκδημοκρατιστούν. Ίσως και καθόλου.

Μετά την Τιανανμέν -και αντίθετα με το κύμα εκδημοκρατισμού στο μεγαλύτερο μέρος του κομμουνιστικού κόσμου-, στην Κίνα συνέβη το εξής: Κράτος και κοινωνία υπέγραψαν ένα “κοινωνικό συμβόλαιο”: οι πολίτες θα απείχαν από την ανάμιξη στα κοινά και το κράτος θα τους εξασφάλιζε μια όλο και καλύτερη ζωή. Τα αποτελέσματα έπεισαν το ΚΚΚ -αν υποθέσουμε ότι είχε ποτέ και καμιά αμφιβολία- ότι έκανε το σωστό στην Τιανανμέν. Ότι η καταστολή της εξέγερσης άνοιξε το δρόμο για να φτάσει η χώρα στη σημερινή κατάσταση.
Η Κίνα μετατράπηκε σε δεύτερη οικονομική δύναμη του κόσμου, με μια οικονομική ανάπτυξη πρωτοφανή ως προς την ταχύτητα και τις διαστάσεις της. Τα νούμερα ζαλίζουν. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της είναι σήμερα είκοσι φορές μεγαλύτερο από εκείνο του 1989, όταν μετά βίας υπερέβαινε τα 400 δολάρια. Το εθνικό της εισόδημα αυξήθηκε από 150 δισεκατομμύρια δολάρια το 1978, σε 12.240 δισεκατομμύρια δολάρια το 2017, δηλαδή μεγάλωσε 82 φορές!

Όλα αυτά -κι εδώ έχουμε ακόμα ένα υπερπαράδοξο- κατακτήθηκαν με την εφαρμογή από τις κινεζικές κυβερνήσεις, ενός στυγνού καπιταλισμού: Κατεβάζοντας δραματικά τον πήχη κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας: Ασήμαντη αμοιβή, απαράδεκτοι όροι εργασίας, ανύπαρκτη προστασία περιβάλλοντος. Με τέτοια δεδομένα, όσο φτηνά και να πουλάς, μένει ένα μεγάλο περιθώριο για την αμοιβή του τρίτου συντελεστή παραγωγής, δηλαδή του κεφαλαίου. Όπως ήταν φυσικό, ένα πλήθος δυτικών επιχειρήσεων έσπευσαν να επενδύσουν κεφάλαια σε παραγωγικές δραστηριότητες στην Κίνα, μεταφέροντας και την αντίστοιχη τεχνογνωσία.

Η Κίνα άρχισε άμεσα να πλημμυρίζει όλο τον κόσμο, αρχικά με φτηνά προϊόντα πάσης φύσεωςκαι στη συνέχεια με ένα μείγμα προϊόντων που εμπεριέχει και προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Η κινεζική ηγεσία μεταχειρίστηκε τους πολίτες και το περιβάλλον της χώρας της ως αναλώσιμα είδη και τα διέθεσε στους επενδυτές της Δύσης για κάθε χρήση, με στόχο την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων. Και η κοινωνία δεν αντέδρασε καθόλου. Γιατί;

Πολύ απλά επειδή το κόμμα εκπλήρωσε τους όρους του συμβολαίου, και το ίδιο έκανε και ο πληθυσμός. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Σύμφωνα με το Asian Barometer Survey, ένα πρόγραμμα της Σινικής Ακαδημίας στην Ταϊβάν, το 2016 το 63% των Κινέζων εξέφραζε την υποστήριξή του στο πολιτικό σύστημα και το 72% εξέφραζε την επιθυμία να ζει στο καθεστώς του Σι.

Λίγοι πιστεύουν στην αναγκαιότητα μιας δημοκρατίας.

Κι ακόμη λιγότεροι το λένε δημοσίως. «Το καθεστώς αυτό θα ζήσει για πολύ καιρό λόγω της ικανότητας προσαρμογής και εκσυγχρονισμού του και όχι μόνο τα κατασταλτικά, αλλά και τα οικονομικά μέσα που διαθέτει», γράφει ο Γάλλος καθηγητής Ζαν-Πιερ Καμπεστάν στο βιβλίο του «Η αυριανή Κίνα: δημοκρατία ή δικτατορία;». «Θα ζήσει όμως επίσης και χάρις στη στήριξή του από το μεγάλο μέρος των ελίτ και της κινεζικής κοινωνίας».

Ο Τζιπίνγκ θεωρείται σήμερα ο πιο πετυχημένος και δημοφιλής ηγέτης μετά το Μάο και, καταφέρνοντας να ανατρέψει τη νομοθεσία που ήθελε τους Κινέζους ηγέτες να μην μπορούν να κατσικωθούν στην εξουσία για πάνω από κάποια χρόνια, είναι πλέον απολύτως βέβαιο ότι θα είναι ισόβιος ηγέτης του ΚΚΚ. Και της χώρας.

Όπως λέμε και στο ποδόσφαιρο, ομάδα που κερδίζει δεν την αλλάζεις. Ούτε και σύστημα, βέβαια…

Κι εδώ ερχόμαστε στο διά ταύτα.

Ο νέος κινεζικός εθνικισμός και η απειλή για τη Δύση

Τριάντα χρόνια μετά την Τιανανμέν, το «κινεζικό όνειρο» και η «ανανέωση του μεγάλου κινεζικού έθνους», τα βασικά συνθήματα της θητείας του Σι, φαίνεται να μπορούν να εκπληρωθούν καθώς η Κίνα αυξάνει την επιρροή της στο εξωτερικό μέσω των επιχειρήσεών της και φιλόδοξων πρωτοβουλιών όπως ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού. Η σύγκρουση με τις ΗΠΑ, που ξεκίνησε στον εμπορικό τομέα, επεκτάθηκε στην τεχνολογία και απειλεί να επεκταθεί σε άλλους τομείς όπως η ναυτιλία και η άμυνα. Οι Κινέζοι δεν δείχνουν και πάλι να διαφωνούν με όλα αυτά. Πίσω από τα οποία φαίνεται να αναδύεται κάποιου είδους εθνικισμός, ο οποίος -τουλάχιστον προς το παρόν- δεν δείχνει να έχει επεκτατικές τάσεις παρά μόνο στο οικονομικό πεδίο. Αυτό δεν είναι άλλωστε το βασικό σύγχρονο πεδίο αντιπαράθεσης;

Όμως, η βασική απειλή για τη Δύση δεν είναι αυτή.
Οι Κινέζοι ηγέτες αποκαλούν το σύστημα εξουσίας που ασκούν “σοσιαλιστική δημοκρατία”. Και το περιγράφουν ως ένα σύστημα στο οποίο η εξουσία συγκεντρώνεται σε μια αρχή, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο μετά δρα για το συμφέρον του λαού. Το γεγονός ότι τα μέλη του κόμματος δεν είναι εκλεγμένα, δείχνει να αποτελεί άλλη μια μικρή και ασήμαντη λεπτομέρεια, καθώς η πίστη του λαού στο Κόμμα έχει πάρει πλέον μεσσιανικού τύπου διαστάσεις, αλλά αυτό δεν έχει καθόλου μεταφυσικό υπόβαθρο, όπως εξηγήσαμε, είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι απλά λειτουργεί. Η αλήθεια είναι ότι στην Κίνα υπάρχουν κι άλλα κόμματα, οκτώ για την ακρίβεια. Απλώς δεν τους επιτρέπεται να διεκδικήσουν την εξουσία, ή να παίξουν αντιπολιτευτικό ρόλο. Τους επιτρέπεται μόνο να συνεργάζονται με το ΚΚΚ.

AP 19063851726543

(AP Photo/Mark Schiefelbein)

Ο λόγος που οι δυτικοί δεν θεωρούμε δημοκρατική χώρα την Κίνα είναι ακριβώς το γεγονός ότι ο λαός δεν εκλέγει αυτούς που αποφασίζουν γι αυτόν. Κι όμως, στα χαμηλότερα επίπεδα, κοινοτικά και τοπικά, υπάρχει μεγάλος βαθμός δημοκρατίας -με το δυτικό τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε- και αυτό φαίνεται ότι ικανοποιεί την κοινωνία. Οι πολίτες έχουν πλέον δικαίωμα και τρόπο να παρεμβαίνουν στον τρόπο που οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ασκούν τα καθήκοντά τους, να τους ελέγχουν και να τους καταγγέλουν όταν προβαίνουν σε παραβάσεις.

Οι Κινέζοι ηγέτες, επιδεικνύοντας για μια ακόμη φορά αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα, δείχνουν να μαθαίνουν όχι μόνο από τις τοπικές κοινωνίες αλλά και από τον τρόπο που λειτουργεί ο καπιταλισμός και οι επιχειρήσεις, απορροφώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που ταιριάζουν στο μοντέλο τους και το βελτιώνουν καθημερινά. Ο Φουκουγιάμα είχε γράψει, το 1992, στο “Τέλος της Ιστορίας”, ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε θριαμβεύσει έναντι όλων των ιδεολογικών της αντιπάλων. Και όσο η Κίνα γινόταν πιο πλούσια, πολλοί πίστευαν ότι θα έκανε μια στροφή στο φιλελευθερισμό.

Έκαναν λάθος

“Η Κυβέρνηση, ο στρατός, η κοινωνία και τα σχολεία, στην ανατολή, τη δύση, το βορρά, το νότο και το κέντρο, όλα τα κυβερνάει το Κόμμα”, είχε πει ο Τζινπίνγκ στη μεγάλη του ομιλία στο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος το 2017. Αν το μοντέλο του Τζινπίνγκ πετύχει, ίσως αποτελέσει υπόδειγμα για την ανάπτυξη του αυταρχισμού σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Ή και σε ανεπτυγμένες… 

Και αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο δεν φιλελευθεροποιήθηκε η Κίνα, αλλά το αυταρχικό της μοντέλο -όσο κι αν προσπαθεί να το εξωραΐσει- αποτελεί πλέον κίνδυνο για τις αξίες του φιλελευθερισμού παγκοσμίως.

Μόνο και μόνο επειδή δείχνει να λειτουργεί…