Ο 90χρονος, σήμερα, Ντάνιελ Σπέρι, είναι ένας Ελβετός καλλιτέχνης και συγγραφέας, από τους εκπροσώπους των καλλιτεχνικών κινημάτων Fluxus και Nouveau Realisme, που είναι γνωστός κυρίως για τους «πίνακες παγίδες» (snare pictures), ένα είδος τέχνης με «συναρμολόγηση» αντικειμένων πάνω σε ταμπλό.

Βασικός εκπρόσωπος της Eat Art, που έχει ως βάση την τροφή, συγκέντρωνε ό,τι παρέμενε από ένα γεύμα, τα απομεινάρια των φαγητών μαζί με τους δίσκους σερβιρίσματος, τα πιάτα, τα ποτήρια και τα μαχαιροπίρουνα, τα στερέωνε πάνω σε μία σανίδα ή σε ένα τραπέζι και τα εξέθετε τοποθετημένα στον τοίχο, σε πίνακες τριών διαστάσεων.

Η πρώτη του «snare picture», το γεύμα της τότε φίλης του, της Kichka, με τα απομεινάρια του πρωινού της, σήμερα βρίσκεται στη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Το 1964, με αφορμή την έκθεσή του στη Νέα Υόρκη με τίτλο «31 Variations on a Meal», οργάνωσε ένα δείπνο με καλεσμένους 31 προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου – μεταξύ των οποίων ήταν και ο Marcel Duchamp, ο Άντι Γουόρχολ και ο Ρόι Λίχνενστάιν. Από εκεί προέκυψε και το πιο ακριβό έργο του που έχει πουληθεί μέχρι σήμερα, το γεύμα του Marcel Duchamp, που το 2008 πουλήθηκε για 200 χιλιάδες δολάρια. Σήμερα θεωρείται από τους κορυφαίους Ευρωπαίους καλλιτέχνες της αβανγκάρντ.

Πέρα από το καλλιτεχνικό έργο του, ο Ντάνιελ Σπέρι είναι και συγγραφέας και, μάλιστα, τα βιβλία που έχει γράψει θεωρούνται από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα από καλλιτέχνη της μεταπολεμικής περιόδου. Όπως το «Anecdoted Topography of Chance», όπου κάνει σχολαστική περιγραφή των αντικειμένων που βρίσκονταν τυχαία στο τραπέζι του δωματίου του, δίνοντας επιστημονικές πληροφορίες, αλλά και οτιδήποτε μπορεί να σχετιστεί με αυτά, μνήμες, ανέκδοτα, αφηγήσεις, όχι μόνο δικά του, αλλά και των φίλων του, Fluxus καλλιτεχνών.

Όλα τα υπόλοιπα βιβλία που έχει γράψει έχουν σχέση με το φαγητό – γιατί εκτός από βασικό θέμα στους πίνακές του, το φαγητό ήταν (και είναι) η μεγάλη αδυναμία του.

Το αναζωογονητικό και κάποιες φορές εκκεντρικό χιούμορ είναι σπάνιο σε βιβλία για το φαγητό. Και η σύνθεσή του σοβαρού και κάπως γελοίου, μια αβανγκάρντ τεχνική που χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην επίσημη τέχνη του Σπέρι, γίνεται μια ενδιαφέρουσα αφορμή για κουβέντα για το φαγητό.

Εκτός από τα βιβλία «Eaten By…» και «Eat Art», έχει γράψει και ένα ημερολόγιο, που θεωρείται το magnum opus του, παρόλο που δεν έγινε ποτέ γνωστό στο μεγάλο κοινό, το «The Mythological Travels of a modern Sir John Mandeville, being an account of the Magic, Meatballs, and other Monkey Business Peculiar to the Sojourn … together with divers speculations thereon». Είναι μια λογοτεχνική –και απολαυστική– περιγραφή της ζωής του στη Σύμη την περίοδο της χούντας, με έναν τρόπο που μόνο ένας ιδιόμορφος καλλιτέχνης θα μπορούσε να το κάνει: κρατώντας ημερολόγιο όλων των γευμάτων του κάθε μέρα και για έναν μήνα, κάνοντας περιγραφές των φαγητών, των υλικών, των ανθρώπων, της ζωής σε ένα μικρό απομονωμένο νησί του Αιγαίου, μένοντας στο σπίτι ενός «σύγχρονου Ζορμπά», μαζί με τη φίλη του την Kichka.

Στο βιβλίο αυτό, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη, εκτός από τα φαγητά, περιγράφει κάθε αντικείμενο που βλέπει πεταμένο στα σκουπίδια και πράγματα που κανείς δεν παρατηρεί και δεν τους δίνει αξία, και καταλήγει σε μία μελέτη για τους κεφτέδες – μια πραγματική εγκυκλοπαίδεια για τον κεφτέ στις γαστρονομικές κουλτούρες όλου του κόσμου.

 

Το «Μυθολογία και Κεφτέδες» είναι ένα από τα κορυφαία γαστρονομικά ημερολόγια που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ.

Το βιβλίο γράφτηκε στο τέλος των ’60s και κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1970, αλλά το 1982 o L. John Harris πείθει τον Σπέρι να κυκλοφορήσει ξεχωριστά τα δύο κεφάλαια που αναφέρονται στο φαγητό, σε νέο βιβλίο, με τον τίτλο «Mythology and Meatballs» (Μυθολογία και Κεφτέδες).

Το «Μυθολογία και Κεφτέδες» είναι ένα από τα κορυφαία γαστρονομικά ημερολόγια που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Γραμμένο με μια διάθεση αυτοσαρκασμού και με αρκετό χιούμορ, κάνει μια λεπτομερή περιγραφή των περιορισμένων αλλά άριστης ποιότητας υλικών που βρίσκουν καθημερινά στο νησί, της Σύμης, των ανθρώπων της, των φαγητών της, αλλά και της προσπάθειας του Σπέρι και της φίλης του να προσεγγίσουν το ντόπιο φαγητό και να μαγειρέψουν «ελληνικά», συχνά με καταστροφικά αποτελέσματα.

Οι συνταγές, όπως και όλων των γαστρονομικών περιηγητών, δεν είναι αυτές ακριβώς που μαγειρεύουν οι ντόπιοι, αλλά αυτές που θεωρεί ο Σπέρι ότι θα έπρεπε να είναι, ωστόσο οι πληροφορίες που δίνει για τα υλικά και οι αναφορές που γίνονται στη μαγειρική των αρχαίων με τη μορφή σημειώσεων, δίνουν μεγάλη αξία στο βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο ατελείωτων περιγραφών, που απεικονίζει με αρκετά γλαφυρό τρόπο τη ζωή στη Σύμη, όπου έμεινε συνολικά για οχτώ μήνες.

Στην εισαγωγή του βιβλίου –που είναι εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια και η τιμή του φτάνει και τα 400 ευρώ στα online βιβλιοπωλεία με μεταχειρισμένα– ο L. John Harris γράφει:

«Πάρτε έναν ευφυή και διαβόητο καλλιτέχνη, συγγραφέα και γαστρονόμο και τοποθετήστε τον σε ένα απόμακρο ελληνικό νησί για οχτώ μήνες. Προσθέστε μια γυναίκα, μερικούς φίλους και τους κατοίκους του νησιού. Τώρα παρουσιάστε του μερικά κενά σημειωματάρια, μία μικρή βιβλιοθήκη για πηγές και βιβλία μαγειρικής και τα –συχνά– ασυνήθιστα τρόφιμα που είναι διαθέσιμα στο νησί. Όταν αυτά τα συστατικά συνδυαστούν σωστά, σερβίρετέ τα και ονομάστε το πιάτο “Μυθολογία και Κεφτέδες”. Θεωρείστε αυτήν τη “συνταγή” την πιο νόστιμη και εξωτική δημιουργία, έναν μαγειρικό άθλο, ένα λογοτεχνικό συμπόσιο, ένα ταξιδιωτικό γαστρονομικό ημερολόγιο. Καλώς ήρθατε, λοιπόν, στον κόσμο του Ντάνιελ Σπέρι και στο νησί της Σύμης, και καλώς ήρθατε στο “Μυθολογία και Κεφτέδες”.

Το αγαπώ αυτό το βιβλίο. Είναι ό,τι θα έπρεπε να είναι ένα κείμενο για φαγητό, αλλά σπανίως είναι. Το πρώτο μέρος, “Ένας Γαστρονομικός Οδηγός”, είναι ένα ανεπίσημο ημερολόγιο συνταγών που κρατούσε ο Σπέρι για έναν μήνα, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί. Τις συνταγές από τα καθημερινά γεύματά του, που κατέγραφε, συνοδεύουν τα προφίλ των κατοίκων της Σύμης και οι χαρακτήρες των επισκεπτών της, οι συλλογισμοί του για το νησί και την ιστορία του, και μια σειρά από συναρπαστικές σημειώσεις που δίνουν πληροφορίες για σχετικό υλικό από αρχαία και κλασικά βιβλία μαγειρικής, καθώς επίσης και άσχετες αλλά γαργαλιστικές λεπτομέρειες, -ένα από τα χαρακτηριστικά του Σπέρι.

Στο δεύτερο μέρος αυτής αιγαιοπελαγίτικης γιορτής υπάρχει η ασυνήθιστη αλλά λόγια “Πραγματεία για τους Κεφτέδες” με συνταγές για κάθε είδους κεφτέ που μπορείς να φανταστείς.

 

Όπως και τα γαστρονομικά βιβλία της M.F.K. Fisher και της Elizabeth David, το “Μυθολογία και Κεφτέδες” είναι μια λογοτεχνική εμπειρία που ξεπερνάει το είδος. Το αναζωογονητικό και κάποιες φορές εκκεντρικό χιούμορ είναι σπάνιο σε βιβλία για το φαγητό. Και η σύνθεση του σοβαρού και του κάπως γελοίου, μια αβανγκάρντ τεχνική που χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην επίσημη τέχνη του Σπέρι, γίνεται μια ενδιαφέρουσα αφορμή για κουβέντα για το φαγητό.

Ο κύριος Σπέρι γνωρίζει το φαγητό και τα γούστα του είναι εκλεπτυσμένα και παγκόσμια. Τα περιορισμένα αλλά εξαιρετικά φρέσκα τρόφιμα που είναι διαθέσιμα στο νησί δεν είναι μόνο γαστρονομική πρόκληση αλλά και νοητική για τις ικανότητές του στην κουζίνα. Δεν φοβάται να αυτοσχεδιάσει και επισημαίνει τη γελοιότητα των συνταγών που συχνά περιέχουν υλικά που δεν είναι διαθέσιμα ή δεν είναι φρέσκα. Αυτό που δηλώνει είναι “προσαρμόστε τις συνταγές του “Μυθολογία και Κεφτέδες” όπως σας βολεύει”.

Μέσα στο γαστρονομικό κολάζ του Σπέρι θα συναντήσεις χαρακτήρες όπως ο σπιτονοικοκύρης του, ο Κώστας Θέος, ένας άγριος ηλικιωμένος “Ζορμπάς” με παράξενες ιδέες. Ισχυρίζεται, για παράδειγμα, πως ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ είναι ζωντανός και μένει στη Σύμη ως συνταξιούχος Ελληνοαμερικάνος επιχειρηματίας.

Ανάμεσα στις συζητήσεις για την καταγωγή του τούρκικου καφέ και το μυστικό του περίφημου μελιού της Σύμης, θα βρεις απολαυστικά προκατειλημμένους συλλογισμούς όπως αυτόν: “Κάθε ελληνικός χορός είναι, ουσιαστικά, επίδειξη της ισορροπίας που προσπαθείς να κρατήσεις όταν είσαι μεθυσμένος”.

Αυτό που πρέπει να ξέρεις πριν ανοίξεις το βιβλίο είναι ότι ο κύριος Σπέρι έχει ένα φετίχ με τις σημειώσεις. Ωστόσο, περιέχουν ίσως το πιο γοητευτικό υλικό του βιβλίου και κυριολεκτικά μπορούν να σταθούν μόνες τους, σαν ένα βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Στα περιθώρια, στο κάτω μέρος της σελίδας, θα σου συστήσει τον Karl Friedrich von Rumohr, έναν ελάχιστα γνωστό αλλά ευφυή ιστορικό του 19ου αιώνα, σύγχρονο του Brillat-Savarin και συγγραφέα του “Πνεύματος της μαγειρικής τέχνης”. Οι σημειώσεις επίσης θα σου συστήσουν αρχαιοελληνικές γαστρονομικές θεωρίες και αρχές που έχουν καταγραφεί το 2ου αιώνα μ.Χ. από τον Αθήναιο, συγγραφέα των “Δειπνοσοφιστών”. Και πολλά ακόμα.

Παρόλο που ο Ντάνιελ Σπέρι έχει κάνει διαλέξεις για την τέχνη στις ΗΠΑ και αρκετές ατομικές εκθέσεις, η γλυπτική και εννοιολογική τέχνη του είναι γνωστή κυρίως στην Ευρώπη και σε μια μικρή ομάδα στην Ανατολική Ακτή που εκτιμά την αβανγκάρντ αισθητική του.

Ο ΝΤΑΛΙΕΛ ΣΠΕΡΙ γεννήθηκε ως Ντάνιελ Ιζάακ Φαϊνστάιν το 1930 στη Ρουμανία. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος που έγινε Προτεστάντης. Όταν ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τους Ναζί το 1941, ο Ντάνιελ και η οικογένειά του κατέφυγαν στην Ελβετία, όπου εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του αδερφού της μητέρας του, ο οποίος τελικά υιοθέτησε τον Ντάνιελ. Αυτή η περίοδος ήταν η αρχή της ισόβιας έλξης του Σπέρι για την τέχνη, τη γλώσσα και διάφορες άλλες ασχολίες (με το φαγητό να είναι η πιο μεγάλη αδυναμία του). Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’40, ο Σπέρι είχε μαθητεύσει σε ένα σωρό τομείς, για να γίνει αγρότης, βιβλιοπώλης κ.λπ.

Η πρώτη μεγάλη κι αληθινή αγάπη του Σπέρι ήταν το μπαλέτο. Το 1952 άρχισε να μελετά με την Olga Preobrajenska, την τελευταία πρίμα μπαλαρίνα που χόρεψε μπροστά στον Τσάρο Νικόλαο Β’ της Ρωσίας. Σπούδασε παντομίμα με τον Étienne Decroux, τον δάσκαλο του Μαρσέλ Μαρσό, και το 1954 έγινε ο πρώτος χορευτής στην όπερα της Βέρνης. Σκηνοθέτησε θεατρικά όπως η “Φαλακρή Τραγουδίστρια” του Ιονέσκο, το “Desire Trapped By a Trail” του Πικάσο, και πειραματικά έργα των Τριστάν Τζαρά, Σάμιουελ Μπέκετ κ.ά.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, ο Σπέρι συγκεντρώθηκε στις δικές του εκφράσεις μικτών μέσων. Συνεργάστηκε με άλλους αβανγκάρντ καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους αναφέρονται στο “Μυθολογία και Κεφτέδες”. Το 1960 τα έργα του εκτέθηκαν στο Festival d’ Avant Garde στο Παρίσι. Αμέσως μετά, ο Σπέρι έγινε αποδεκτός στον κύκλο των Νέων Ρεαλιστών (Nouveaux Réalistes).

Ντάνιελ Σπέρι

Σήμερα ο Σπέρι ζει στο Μόναχο όπου συνεχίζει τους λογοτεχνικούς και καλλιτεχνικούς πειραματισμούς του. Τα έργα του εκτίθενται σε γκαλερί και μουσεία του κόσμου και οι διαλέξεις του για την τέχνη προσελκύουν ένα παγκόσμιο κοινό. Όσο για την ενασχόλησή του με το φαγητό, άνοιξε το δικό του εστιατόριο, το Café Spoerri στο Μόναχο».

Αυτό που αναφέρει ως «σήμερα» είναι το 1982: από τότε η καλλιτεχνική αξία του Σπέρι εκτινάχθηκε και το βιβλίο, που δεν ξανακυκλοφόρησε ποτέ, έγινε κάτι σαν φετίχ για τους συλλέκτες γαστρονομικών βιβλίων. Σε άριστη κατάσταση, χωρίς φθορές, το βιβλίο μπορεί να ξεπεράσει το τριψήφιο νούμερο (γιατί, ως γνωστόν, είναι μεγάλη η λόξα του συλλέκτη).

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο, με τη δικιά του εκδοχή για τους ντολμάδες. Έχει ενδιαφέρον το ότι οι ονομασίες των φαγητών, των ανθρώπων, των υλικών, ακόμα και οι διάλογοι που παραθέτει αναφέρονται όπως ακούει τα ελληνικά, ηχητικά, γραμμένα με λατινικούς χαρακτήρες. Για τον μεταφραστή (από τα γαλλικά στα αγγλικά) ήταν κάτι εντελώς άγνωστο, που χρειάστηκε ολόκληρο παράρτημα με επεξηγήσεις στο τέλος του βιβλίου.

 

ΟΙ ΝΤΟΛΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΣΠΕΡΙ

«Κυριακή 28 Μαΐου

Πρωινό: φρέσκος χυμός πορτοκάλι, καφές κ.λπ.

Για μεσημεριανό έφτιαξα ντολμάτες, οι οποίοι στη Σύμη ονομάζονται επίσης γιαπράκια, μια διαφορετική εκδοχή των κεφτέδων (πιταρίδια στα συμιώτικα), και είναι κεφτέδες τυλιγμένοι σε αμπελόφυλλα. Παρόλη τη συνεχή μου αναφορά στο θέμα των κεφτέδων, επαναλαμβάνω κι εδώ πώς φτιάχνονται:

Ζεμάτισε 40 μεγάλα αλλά τρυφερά αμπελόφυλλα σε βραστό νερό και μισόβρασε μια κούπα ρύζι. Ετοίμασε τη γέμιση με μια λίβρα μοσχαρίσιο κιμά, ένα αυγό, μαντζουράνα, άνηθο, δυο φρέσκα κρεμμυδάκια, και πρόσθεσε μουστάρδα, κάρι, σάλτσα σόγιας, μια κουταλιά ελαιόλαδο, αλάτι και πιπέρι και μίγμα four spices (το γαλλικό μίγμα μπαχαρικών που έχει πιπέρι, γαρύφαλλο, μοσχοκάρυδο, και αποξηραμένο τζίντζερ). Πρόσθεσε στο μίγμα το μισομαγειρεμένο ρύζι και ζύμωσε με τα χέρια για τουλάχιστον πέντε λεπτά, μέχρι που να γίνει σφιχτό.

Τύλιξε μικρά μπαλάκια στα αμπελόφυλλα. Οι γυναίκες της Σύμης τα κάνουν πολύ μικρά και έχουν αποκτήσει μια εκπληκτική επιδεξιότητα στο να τα κάνουν σφιχτά και ίσα σε μέγεθος. Με τα ίδια υλικά μπορούν να κάνουν τον διπλό αριθμό από αυτά που έφτιαξα εγώ, γιατί η διαδικασία με εξάντλησε. Είναι σαν να φτιάχνεις παζλ.

Λοιπόν, τοποθέτησέ τα σε μια μεγάλη κατσαρόλα που έχεις λαδώσει τον πάτο, όσο πιο κοντά μπορείς το ένα στο άλλο, πρόσθεσε δυο τρεις ψιλοκομμένες ντομάτες και κάλυψε με ζωμό κρέατος ή απλά αλατισμένο νερό. Μαγείρεψέ τα σε χαμηλή φωτιά για μία ώρα ή και περισσότερο.

Με αυτό το τυπικό συμιώτικο κυριακάτικο δείπνο σερβίραμε γιαούρτι του πουγκιού, επίσης παραδοσιακό. Ως ορεκτικό δώσαμε στη Μαντάμ Μπατισέφ τις δύο τελευταίες αγκινάρες από τον κήπο του Κώστα, τις οποίες έφαγε ωμές, σκέτες, “μόνο με έναν κόκκο αλατιού”.

Κατέβηκα να αγοράσω κρασί με τις εσπαντρίγιες, λευκό τζιν και ένα μπλουζάκι, και ντροπιάστηκα γιατί με περιτριγύριζαν άνθρωποι που φορούσαν τα κυριακάτικα καλά τους, κάτι που σπανίως κάνουν. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις έντεκα ή δώδεκα μεγαλύτερες εκκλησίες και οι φαντάροι πυροβολούσαν όλοι μαζί, σε γιορτινές ομοβροντίες. Γιόρταζαν τη γέννηση του μελλοντικού βασιλιά Παύλου κι έκαναν ολόκληρο πανηγύρι.

Στον δρόμο για το σπίτι συνάντησα έναν παλιό θαλασσινό, χωρίς ψευδαισθήσεις, ο οποίος μου είπε σε τέλεια συμιώτικα γαλλικά: “Moi, je suis né moitie dans une barque moitié sur le quai, aucune cloche sonnait, et je mourrai de la même manière, on est content si on gagne son pain, on est comes des chameaux qui traversent le dêsert” (εγώ γεννήθηκα ο μισός σε μια βάρκα, ο μισός στην προβλήτα και θα πεθάνω με τον ίδιο τρόπο. Είσαι χαρούμενος αν μπορείς να κερδίσεις το ψωμί της ημέρας, είσαι σαν αυτές τις καμήλες που διασχίζουν την έρημο).

Το απόγευμα κύλησε όπως ένα αληθινό απόγευμα στην εξοχή, με επισκέπτες που έφερναν δώρα για να καλωσορίσουν την Κυρία Aspro-Blanche. Πρώτα ήρθε ο Φίλιππος με μια τεράστια γλιστρίδα και τρία λεμόνια απ’ τον κήπο του, μετά η Μαρία και ο Κώστας ο Μουστάκης με μια γλάστρα βασιλικό, η Αλίζα με γλυκό νεράντζι και ένα πιάτο “ζαχαρέλα”, ένα είδος κουραμπιέ, και, πολύ αργότερα, ο Μαρκ, η Εβελίν και ο Φρεντερίκ (είχαν ήδη πληρώσει το “τίμημα”, επειδή τους είχα σουφρώσει το μισό χέλι) – μία διαδικασία που θύμιζε φυλές που προσφέρουν φόρο τιμής στη μητέρα-αυτοκράτειρα. Η κυρία Μπατισέφ, ευτυχώς, είχε θυμηθεί τη συμβουλή μου να φέρει μπιχλιμπίδια για δώρα, και όλοι έφυγαν ευχαριστημένοι με μπουκαλάκια με άρωμα, γραβάτες από πολυκαταστήματα ή καρφίτσες με στρας.

Αυτό που συγκίνησε βαθιά την Μαντάμ Μπατισέφ σε αυτό το έθιμο, δεν ήταν μόνο η περιέργεια, αλλά η αληθινή μεγαλοπρέπεια και η γενναιοδωρία με τις οποίες ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή, η αποπνικτική φιλοξενία την οποία έχουμε πλέον συνηθίσει, η συνεχής προσφορά λουλουδιών, αρωματικών βοτάνων, αλλά πάνω απ’ όλα οι προσκλήσεις να μπεις μέσα και να καθίσεις στο τραπέζι, από όπου κι αν περνάς και είναι η πόρτα ανοιχτή την ώρα που τρώνε.

Αυτό μου θυμίζει την ιστορία δύο Γερμανών στρατιωτών, οι οποίοι, αφού σκότωσαν ολόκληρη την οικογένεια ενός Έλληνα τσοπάνη, χάθηκαν στα βουνά. Επιστρέφοντας κατά τύχη στο ίδιο σπίτι, ζήτησαν καταφύγιο για τη νύχτα. Το καθήκον της φιλοξενίας ανάγκασε τον περήφανο άντρα να συγκρατήσει το μίσος του μέχρι που έφυγαν. Τους είπε όμως ότι δυο ώρες μετά την ανατολή του ήλιου θα τους εντόπιζε. Κάτι που έκανε, και τους σκότωσε».

 4,906 total views,  6 views today