Μάρτιος του ΄60. Ο Άντονι Κουίν μένει άφωνος από την ομορφιά της περιοχής. Η Ρόδος, όπως άλλωστε, πάντα συνέβαινε στην μακραίωνη ιστορία της, γοήτευσε, μέθυσε, μάγεψε, αιχμαλώτισε, πριγκίπισσες και βασιλιάδες.

Του Τέρη Χατζηιωάννου
Γαλαζοπράσινα νερά, πεύκα που αγγίζουν την θάλασσα, πολύχρωμα βότσαλα που αστράφτουν σε μια μικρή παρθένα παραλία.
Βρισκόμαστε, στο δυτικό όρμο του Λαδικό.
Εδώ και ένα μήνα, η Ρόδος, έχει μεταβληθεί σε παραθαλάσσιο Χόλυγουντ.
Τα καρέ των πλάνων από τις φυσικές ομορφιές του νησιού παίζουν παιχνίδι με τις βαριές κινηματογραφικές μηχανές του Καρλ Φόρμαν, αλλάζουν το διάφραγμα.
Στο best-seller του Αλιστερ Μακ Λιν μια ομάδα βρετανών αξιωματικών σε συνεργασία με έλληνες αντιστασιακούς αποβιβάζονται σε ένα νησί για να ανατινάξουν δυο πανίσχυρα γερμανικά κανόνια.
Μαζί όμως με τα κανόνια, θα εκτιναχθεί και η Ρόδος στο παγκόσμιο σκηνικό, θα κατακτήσει τον τίτλο της κοσμοπολίτισσας.
Τη μοίρα που την περιμένει.
Στα γυρίσματα της ταινίας, τα Κανόνια του Ναβαρόνε, που αναστατώνει κυριολεκτικά το νησί, συμμετέχουν ιερά τέρατα της τέχνης.
Ένα μυθικό καστ.
Μεγάλοι σταρ της εποχής όπως ο Γκρέγκορι Πεκ, ο Ντέιβιντ Νίβεν, ο Ριτσάρντ Χάρις, ο Αντονι Κουίν, η Ειρήνη Παππά, η Tζία Σκάλα, ο Στάνλει Μπέϊκερ, ο Άντονυ Κουέιλ, ο Τζέιμς Ντάρεν, ο Χάρισον Φορντ.
Οι χολιγουντιανοί σταρ με το ίδιο πάθος που παίζουν τον ρόλο τους, παθιάζονται με τη Ρόδο.
Τρέχουν από γωνιά σε γωνιά να την ανακαλύψουν.
Όταν σταματούν τα γυρίσματα, ανακατεύονται με τους ντόπιους, γυρνούν στα σοκάκια της Παλιάς Πόλης, γλεντάνε στις ταβέρνες, πίνουν ούζο, κάνουν βόλτα με τις θρυλικές Μιραμαρέτες, χορεύουν στο Θέρμαι, ράβουν κουστούμια στου Μαμαλίγκα και ανακηρύσσονται επίτιμοι δημότες της πόλης.
Από μαγαζί σε μαγαζί, η Ειρήνη Παπά με την Τζια Σκάλα, επιδίδονται σε shopping therapy, με αχθοφόρους τους νεαρούς θαυμαστές τους.
Αγοράζουν ιταλικά υφάσματα, κοσμήματα, γούνες, σφουγγάρια, αρώματα, κεραμικά από τον Ίκαρο, δώρα για τους δικούς τους.
Πανηγύρια ολόκληρα στήνονται στο νησί.
Ανοιχτή αγκαλιά για τους φιλοξενούμενους χολιγουντιανούς σταρ της, γίνονται οι ντόπιοι.
Ο Βρετανός σκηνοθέτης Τζέι Λι Τόμσον μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων στην Παλιά Πόλη, επιλέγει τον δυτικό όρμο στο Λαδικό για να γυρίσει μια από τις τελευταίες σκηνές της υπερπαραγωγής.
Την περίφημη σκηνή με τα βράχια.
Ο Άντονι Κουίν μένει έκθαμβος από το φυσικό κάλλος του άγριου κόλπου.
Δυο ολόκληρες μέρες, διαρκούν τα γυρίσματα στην περιοχή.
Στα διαλείμματα, ο Μεξικανός με ιρλανδέζικο αίμα, αντί να επιδίδεται στην μεσημεριανή siesta, προτιμά να ανεβοκατεβαίνει τις πλαγιές και από την βουνοκορφή που γκρεμίζεται στο κύμα, αγναντεύει το βαθύ γαλάζιο.
Το αίμα του βράζει.
Είναι μαγεμένος από την περιοχή.
O ηθοποιός ζητά από τον «πρίγκιπα» -έτσι αποκαλούσαν τον δήμαρχο της Ρόδου- Μιχαήλ Πετρίδη να μεσολαβήσει προκειμένου να αγοράσει την περιοχή και να δημιουργήσει ένα κινηματογραφικό κέντρο.
O δήμαρχος που δεν αφήνει καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη, υιοθέτει την πρόταση και αναλαμβάνει να προωθήσει το αίτημα.
Ο Πετρίδης άλλωστε, είχε διαθέσει όλο τον μηχανισμό του δήμου στην παραγωγή, εδώ θα κολλούσε;
Λίγες ήμερες αργότερα φθάνουν στο νησί, το βασιλικό ζεύγος Παύλος και Φρειδερίκη, ο διάδοχος Κωνσταντίνος, οι πριγκίπισσες Σοφία και Ειρήνη, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και υπουργοί της κυβέρνησης για να παρακολουθήσουν τα γυρίσματα και να καλωσορίσουν τους φιλοξενούμενους στη χώρα.
Η ταινία, μια από τις ακριβότερες κινηματογραφικές παραγωγές, στηρίχτηκε από την ελληνική κυβέρνηση που διέθεσε πολεμικά αεροπλάνα, πλοία, τανκς, κανόνια αντιαεροπορικά και εκατοντάδες στρατιώτες.
Το βασιλικό ζεύγος αποφασίσει να τιμήσει τους υψηλούς προσκεκλημένους και παραθέτει δεξίωση.
Εκεί, ο αεικίνητος δήμαρχος πλησιάζει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (είχαν εξαιρετικές φιλικές σχέσεις) και του μεταφέρει την επιθυμία του Κουίν, ενώ ενημερώνει και το βασιλικό ζεύγος:
«Ό,τι αποφασίσετε εσείς» λέει, ο πρωθυπουργός στον δήμαρχο…
«Εμείς το θέλουμε, αλλά χωρίς τη δική σας έγκριση δεν είναι εφικτό» απαντά, ο Πετρίδης.
Έτσι με την θετική απάντηση Καραμανλή και την «ευλογία του στέμματος», ο Άντονι Κουίν γίνεται κάτοχος της γης στον όρμο του Λαδικού.
Αμέσως μετά ξεκινά το συρτάκι της «γραφειοκρατίας» για τον ηθοποιό (διήρκησε 20 χρόνια), όπως και το …ξέφρενο συρτάκι της μυθικής πορείας της Ρόδου.
Μιας πορείας που μεθοδικά άρχισε να κτίζετε,…πετραδάκι- πετραδάκι, από τα μέσα της δεκαετίας του΄50.
Ο Πετρίδης ήταν ένας καλλιτέχνης της πολιτικής.
Η φινέτσα, η καπατσοσύνη, η πολιτική του επιρροή, η πνευματική του δύναμη έφτασε πέρα από τα όρια της Ρόδου.
Από τον Μιχαήλ Πετρίδη ξεκίνησε η δημιουργία του μαγικού νησιού της Μεσογείου.
Ο γιατρός, έχοντας «προίκα» την ιταλική περίοδο με το φιλόδοξο σχέδιο του πρώτου οραματικού διοικητή των νήσων Μάριο Λάγκο (που κατασκεύασε τουριστικές θεματικές δομές, Ξενοδοχεία, Θέατρο Puccini, Λουτρά Spa, Ενυδρείο, Τραμπολίνο, γήπεδα Γκολφ, το ’30) ονειρευόταν την Ρόδο παγκόσμιο τουριστικό resort.
Και ο Πετρίδης αποφάσισε να συνεχίσει το όραμα, που είπε, arrivederci ο κατακτητής Λάγκο.
Και ποιος είναι ο τρόπος, για να το καταφέρεις αυτό; «Δημόσιες σχέσεις», η απάντηση.
Ένας τομέας που ο δήμαρχος με άριστα το δέκα, έπαιρνε δέκα με τόνο.
Διπλωμάτης, χαρισματικός, ρήτορας και πολύγλωσσος άνθρωπος ο Πετρίδης, επανακαθορίζει το master plan και ως βιρτουόζος μαέστρος παίρνει την μπαγκέτα.
Επιβάλει το δικό του ενδυματολογικό κώδικα, ακόμα και οι μικροπωλητές της πόλης ντύνονται με τα άσπρα σαν φιγουρίνια και αρχίζει να αλληλογραφεί με γαλαζοαίματους, προσωπικότητες της πολιτικής, οικονομικής, πολιτιστικής ζωής της υφηλίου, προσκαλώντας τους στο νησί των ιπποτών για μια αλησμόνητη Dolce Vita.
Οι βασιλείς Παύλος και Φρειδερίκη, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Ροκφέλερ, ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο Σαρλ Ντε Γκολ, η Μαρία Κάλλας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Τίτο, ο Μακάριος, και άλλους.
Οι προσκεκλημένοι καταλύουν –κυρίως- στο «Όνειρο της Ανατολής» -έτσι αποκαλούσαν το ιστορικό ξενοδοχείο Grande Albergo delle Rose- και αιχμαλωτίζονται από την ομορφιά της Ρόδου.
Όπως άλλωστε συνέβη και το 1935.
Εκείνη την φορά, «θύμα» των δεσμών του έρωτα, μια γαλαζοαίματη πριγκηπέσα και ένα Ροδιτόπουλο, μόλις 23 χρόνων, ο Αναστάσιος Χαραλάμπης.
Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, η όμορφη Πριγκίπισσα του Ιράκ, Άτζα, θα φτάσουν με την αδελφή της Ρατζιχά και τη βασιλική ακολουθία τους για να ξεδώσουν από το θάνατο του πατέρα Βασιλιά Φεϊζάλ και της μητέρας Βασίλισσας Σαριφά Χουσαΐμα.
Ενας μεγάλος έρωτας θα συγκλονίσει την παγκόσμια κοινή γνώμη, θα γκρεμίσει θρησκείες, παλάτια και πατρίδες.
Ενας έρωτας που θα ανατρέψει συνήθειες και “ταμπού”, αλλά και θα δημιουργήσει αξεπέραστα προβλήματα σε βασιλικά ανάκτορα, μυστικές υπηρεσίες και κυβερνήσεις.
Αυτή ήταν η Ρόδος, ένας ονειρικός προορισμός όπου ελίτ και μεροκαματιάρηδες αναμειγνύονται στο πλήθος, δραπετεύουν, ανακαλύπτουν, ερωτεύονται, ζουν το δικό τους, μαγικό παραμύθι.
Προσωπικότητες του διεθνούς jet set περιδιαβαίνουν τα σοκάκια της Παλιάς Πόλης, βουτούν στα γαλάζια νερά της Καλλιθέας, αγναντεύουν από την Ακρόπολη της Λίνδου, διασκεδάζουν μέχρι πρωίας στο Ροδίνι, το Θέρμαι, μένουν σφιχτά αγκαλιασμένοι στα δειλινά της Ψαροπούλας.
Όπως η περίφημη ιέρεια των ξέφρενων πάρτι της Μέκκας του κινηματογράφου Ελσα Μάξουελ, που «κουβάλησε» με έξοδα του Σταύρου Νιάρχου με το κρουαζιερόπλοιο «Αχιλλεύς» το 1955, το μισό Χόλυγουντ.
Ανάμεσα τους η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ, πλήθος γαλαζοαίματων, βιομήχανων, πολιτικών (ο τέως πρωθυπουργός της Γαλλίας Πωλ Ρεϊνώ) μελών της παγκόσμιας ελίτ.
Όλα τα έλκυε η Ρόδος.
Ακόμη και το αμερικανικό πλοίο «USCGC Courier» που έδεσε στο λιμάνι του νησιού, πρωινό Σεπτέμβρη του ‘52.
Το Κούριερ μετέφερε τον μεγαλύτερο ραδιοπομπό που είχε ποτέ εγκατασταθεί σε πλοίο και μετέδιδε (από το 1952 έως το 1964)το πρόγραμμα της Φωνής της Αμερικής -στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου- στις χώρες πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα.
Στο πλοίο υπηρετούσαν περίπου 100 άτομα.
Οι εργένηδες είχαν νοικιάσει διαμερίσματα και οι οικογένειες σπίτια.
Στα χρόνια που έζησαν εδώ, έφεραν το δικό τους American life style στις γειτονιές που κατοικούσαν.
Άμεσα οργανώθηκαν το courier school, το courier club, ενώ στις αλάνες της πόλης (Χωράφα ΑΟΝ) οι αμερικανοί έπαιζαν αγώνες American football και baseball με τα πληρώματα των πλοίων του 6ου στόλου που έφταναν στη Ρόδο για ανάπαυση.
Εκεί, που δρούσαν και οι «συμμορίες» των πιτσιρικάδων, όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος Γιώργος Ζαχαριάδης.
Οι αμερικανοί αφήναν τα ρούχα τους κάτω από τα αλμυρίκια και τα κάπελα τους έκαναν «φτερά», στολίζοντας τα κεφάλια της τοπικής μαφίας που έκανε φιγούρα στο Βενετόκλειο.
Φήμη, δόξα και πλούτος συνόδευε τον Αριστοτέλη Ωνάση.
Ηταν από τους ανθρώπους που «ρουφούν την ζωή, μέχρι το μεδούλι της».
Λάτρης του νησιού και της νυχτερινής ζωής ο Σμυρνιός, θα βάλει την δική του σφραγίδα.
Aλλωστε απόκτησε οικογενειακό δεσμό με την Ρόδο, ο Αρίστος.
Το ξενοδοχείο Miramare, που είχε χτισθεί στην Ιξιά -από τους αδελφούς Πολίτη- ανήκε πλέον στην κυρία Καλλιρρόη Πατρονικόλα.
Ποια ήταν η κυρία;
Η αδελφή του Αριστοτέλη Ωνάση.
Με την πρώτη σύζυγο Τίνα Λιβανού παρέα με τον Μιχάλη Πετρίδη, διασκεδάζουν τις νύχτες στο Ροδίνι.
Δεν υπήρχε ισχυρός της γης που θα φιλοξενήσει ο Ωνάσης στην θαλαμηγό Χριστίνα η στο Miramare, και δεν θα τον ξεναγήσει ο ίδιος στη Ρόδο: – Μιχαλάκη, έρχομαι» έλεγε στον Πετρίδη και ο δήμαρχος φρόντιζε για τα περαιτέρω.
Όπως έγινε και με τον σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ, το ΄56.
Μέσω της φιλίας του με το γιό του Ράντολφ, ο φιλόδοξος έλληνας προσκαλεί τον πατέρα της νίκης, για κρουαζιέρα στα νησιά του Αιγαίου.
Ο Τσόρτσιλ δέχεται και ο Ωνάσης με το καμπριολέ της εποχής (μιραμαρετα) τον ξεναγεί στην Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και την Ακρόπολη της Λίνδου.
«Η ομορφιά της έχει τη μετρημένη τάξη του Αιγαίου και είναι τέλεια στο είδος της.
Τα πάντα είναι βαμμένα άσπρα, μια ζαλιστική λάμψη γύψου και ασβέστη, έτσι που αν εκείνη τη στιγμή μισόκλεινες τα μάτια, μπορούσες να φανταστείς ότι η Λίνδος αντανακλούσε το χιονένιο είδωλο ενός περαστικού σύννεφου» έγραφε για τον οικισμό, ο Άγγλος συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ στο μυθιστόρημά του «Αναδυόμενη Αφροδίτη»……
Την ίδια αντίληψη σχημάτισε δέκα χρόνια μετά και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ.
Ατέρμονες κουβεντούλες του βετεράνου Βρετανού πρωθυπουργού και του μεγάλου Σμυρνιού εκείνο το καλοκαίρι, όπως και το καλοκαίρι του ’59:
«Τι συζητάτε Αριστοτέλη;» τον ρώτησε κάποτε ο δήμαρχος: «Άσε Μιχάλη, είναι σαν κοιμάσαι με την ιστορία», απάντησε εκείνος.
Όταν οι καλεσμένοι του κροίσου, η οικογένειά Τσόρτσιλ, η Μαρία Κάλλας με το σύζυγό της Μπατίστα Μενεγκίνι έκανε περιήγηση στους αρχαιολογικούς χώρους, οι δυό τους, περνούσαν ατελείωτες ώρες διαλόγου στην «Χριστίνα».
Μιλούσαν για πειρατές και ναυμαχίες, τη καταστροφή της Σμύρνης, τη μάχη της Λέρου, την κατάληξη του πολέμου.
Ο κροίσος δεν δείχνει εξ αρχής τις κατακτητικές προθέσεις για την Μαρία Κάλλας, «αν και ο Μενεγκίνι παρακολουθούσε ύποπτα τον Ωνάση», αναφέρει -μετά την δημοσιοποίηση του ειδυλλίου- ο Μιχάλης Πετρίδης.
Όταν η παρέα επισκέπτεται την Λίνδο και την Παλιά Πόλη, δεκάδες φωτογράφοι στρέφουν τα φλας στους υψηλούς προσκεκλημένους.
Στον σερ, τον κροίσο και την αιώνια ντίβα.
Όπως και στην Ρόδο, την κοσμοπολίτισσα, την μοναδική ερωμένη ….του Πετρίδη.
Όταν η Tίνα Λιβανού έμαθε για τη σχέση τους, άρχισε να αποκαλεί με υποτιμητικό τρόπο την Kάλλας «τραγουδίστρια»: «A, αγαπητή μου, Tίνα», της απάντησε κάποτε ο Oυίνστον Τσόρτσιλ, «πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι ακριβώς τραγουδίστρια».
Προτού προλάβει να στεγνώσει το μελάνι από τις ανταποκρίσεις των paparazzi, για τις διακοπές των Vips στη Ρόδο, ο μηχανισμός προβολής καραδοκεί, να «ξαναχτυπήσει».
Ο δήμαρχος χωρίς να εισβάλει στην προσωπική ζωή των προσκεκλημένων του, έβρισκε πάντα την κατάλληλη στιγμή να κάνει νόημα στον φωτογράφο Αντώνη Πάχο.
Ένα κλικ της μηχανής του Αντώνη… χίλιες λέξεις στα εξώφυλλα όλων των έντυπων της γης, για την αρχόντισσα του Αιγαίου.
Η μοίρα όμως, παίζει τα δικά της παιχνίδια.
Απρίλιος του ’57, ένας ισχυρός σεισμός 7,2 Ρίχτερ συγκλονίζει το νησί.
Ισοπεδώνει περίπου 2100 σπίτια στην πόλη και προκαλεί σοβαρές ζημιές ακόμα και στις απέναντι τουρκικές ακτές.
Η είδηση φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα και θέτει σε κίνδυνο το τουριστικό προϊόν της Ρόδου.
Άμεσα τα αντανακλαστικά του δημάρχου.
Προσκαλεί στη Ρόδο, τον Τσαρλς Μπράουν.
Φίλο, ναύαρχο και αρχηγό του 6ου Αμερικανικού Στόλου.
Στο λιμάνι του νησιού αποβιβάζονται περίπου 6.000 ναύτες που βάζουν το χέρι στην τσέπη, αλλά και στον κασμά.
Τα τρανζίστορ παίζουν αμερικάνικα, τα ναυτάκια αφήνουν χρήματα στην αγορά και εθελοντικά βοηθούν στην αποκατάσταση των ζημιών που είχε προκαλέσει ο εγκέλαδος στη Ρόδο.
«Οι ναύτες του 6ου Αμερικανικού ναυτικού/ απολαμβάνουν τις διακοπές τους/ στο σμαραγδένιο νησί» γράφει το τηλεγράφημα.
Με την ίδια ταχύτητα που κτύπησαν τα Ρίχτερ, αντέδρασε ο Πετρίδης.
Η κίνηση του πρώτου πολίτη, εκτόνωσε το αρνητικό κλίμα που είχε συσσωρεύσει στο τουριστικό θεμέλιο της Ρόδου.
Ο δήμαρχος, όχι μόνο σώνει την παρτίδα, αλλά δεσμεύει και τον Μπράουν να επανέλθει τον Νοέμβριο, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κουμπάρου σε ομαδικούς γάμους για άπορα ζευγάρια που γίνονται …εν χορδοίς και οργάνοις… με την κάλυψη μάλιστα του αμερικανικού περιοδικού LIFE που στέλνει ανταποκριτή στη Ρόδο.
Τριήμερα γλέντια στήθηκαν στο νησί, γλέντια που ξαναστήθηκαν στα «Κανόνια του Ναβαρόνε».
Το χαλί της δόξας, της αίγλης, απλώνεται και τα επόμενα χρόνια.
Δεν υπάρχουν πολλοί τόποι, που η κάθε γωνιά τους, να είναι ζωντανό σκηνικό, ένα δόλωμα μιας ιστορίας.
Η Ρόδος ήταν το ιδανικό νησί για τους γίγαντες του Χόλυγουντ.
Είναι δυνατόν να της αντισταθεί η εγχώρια show biz;
Στο άγαλμα του φτερωτού έρωτα, στις Πηγές της Καλλιθέας, που εγκαινίασε ο Ιταλός εστεμμένος Εμμανουέλε, στήνει το στόρι της ταινίας «Το Δόλωμα», ο Αλέκος Σακελλάριος.
Πρωταγωνιστές, Άλικη Βουγιουκλάκη, Αλέκος Αλεξανδράκης, Ντίνος Ηλιόπουλος, Ανδρέας Μπαρκούλης, Βαγγέλης Βουλγαρίδης.
«Σε καμιά άλλη ταινία η Αλίκη δεν ήταν τόσο όμορφη όσο σε αυτήν, ειδικά όταν τραγουδάει το «Μου αρέσουνε τα αγόρια και παντού το ομολογώ» με ένα γαρίφαλο στο αυτί.
Η σκηνή οπού ερωτεύεται το καλό παιδί ενώ, ο πλανόδιος ακορντεονίστας τραγουδάει το «Άσ’τα τα μαλλάκια σου», και ο αποχαιρετισμός τους είναι από τις πιο τρυφερές σκηνές του ελληνικού σινεμά».
Αυτά έγραφαν τότε, αυτά γράφουν τώρα.
Τα καρέ με φόντο την κοσμοπολίτισσα, συνεχίζονται: Κορίτσια για Φίλημα, Κάτι Κουρασμένα Παλικάρια.
Η προτροπή «χούφτωσ’ την, χούφτωσ’ την» του Διονύση Παπαγιαννόπουλου -στον Λάμπρο Κωσταντάρα που κυνηγά την Νόρα Βαλσάμη στα σοκάκια των ιπποτών- μένει στην ιστορία.
Οι εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής (Ρομάντζο-Θησαυρός-Εικόνες) στολίζουν τα πρωτοσέλιδά τους με καθημερινά ρεπορτάζ και οι ντόπιοι πίνουν καφέ στο Ακταίον, με γυρισμένη την πλάτη σε Βουγιουκλάκη, Λάσκαρη, Βλαχοπούλου, Καραγιάννη, Κωνσταντάρα, Ηλιόπουλο, Μπάρκουλη, Βουτσά, Παπαγιανόπουλο, Αλεξανδράκη.
Οι ταινίες κάνουν χρυσές εισπράξεις και η «ωραιότερα» του Πετρίδη, εξελίσσεται σε πάθος, που αγγίζει τα όρια της νεύρωσης, βαδίζει στο δικό της πεπρωμένο.
Όπως και ο δήμαρχος δυστυχώς, που δεν πρόλαβε να υλοποιήσει το μεγάλο του όραμα.
Την ανακατασκευή του Κολοσσού της Ρόδου.
Το άγαλμα που ονειρευόταν ως απόγονος του Χάρη του Λίνδιου ο Πετρίδης, θα παρέπεμπε στις πανανθρώπινες αξίες, θα οδηγούσε τη Ρόδο στο ρετιρέ.
Οι εφημερίδες της εποχής, αρχίζουν να ασχολούνται με το θέμα, όταν ο δήμαρχος μαζί με τον Σάββα Μαμαλίγκα εγκαταστεί το στρατηγείο του το Παρίσι.
«Προσοχή στον Κολοσσό της Ρόδου, διότι ενδέχεται να υποβαθμίσει τον Πύργο του Άιφελ» έγραφε το μεγαλύτερο γαλλικό περιοδικό Paris Mach.
Ο Πετρίδης αναθέτει το έργο στον κορυφαίο αρχιτέκτονα André Waterkeyn, (δημιουργό του Aτόμιουμ) αναζητεί χρηματοδότηση μέσω γαλλικής τράπεζας, καταλήγει σε συμφωνία, βρίσκει λύση στο αίτημα για την εξασφάλιση 30 χιλ επισκεπτών στα εγκαίνια.
Πως τα πέτυχε όλα αυτά ο Πετρίδης;
Με την βοήθεια και τις συμβουλές του φίλου, Αριστοτέλη Ωνάση.
Λίγο μετά την επιστροφή του στο νησί, Απρίλιο του ‘66, ο δήμαρχος έσβησε και μαζί και το όνειρο για την κατασκευή του Κολοσσού.
Κορυφαίες προσωπικότητες, έχουν επισκεφτεί τον επίγειο αυτό παράδεισο, άνθρωποι που χωρίς φόβο και τύψεις αναμετρήθηκαν με την ιστορία, και πέρασαν σε αυτή.
Ιβίσκοι, τριαντάφυλλα, γιασεμί μύριζε η πόλη της Ρόδου.
Οσοι έζησαν στα αρώματα της, μαγευτήκαν από τα ηλιοβασιλέματα, ζήτησαν και μετά θάνατον, να την επισκεφτούν.
Όπως ο σουηδός διπλωμάτης κόμης Φόλκε Μπερναντότε.
Στο ξενοδοχείο των Ρόδων είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του, ο ανιψιός του βασιλιά της Σουηδίας.
Ο κόμης έχει αναλάβει διαμεσολαβητής μεταξύ του νεοπαγούς κράτους του Ισραήλ και των Αράβων.
Ο Μπερναντότε είχε συμβάλλει ως παράγων του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού στην απάμβλυνση της πείνας στην κατεχόμενη Ελλάδα αλλά το κυριότερο, η ειρωνεία της ιστορίας, είναι ότι ο Μπερναντότε είχε επιτύχει τον Φεβρουάριο του 45, έπειτα από μακρές και σκληρές διαπραγματεύσεις την απελευθέρωση περίπου 30.000 κρατουμένων σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι περισσότεροι από τους οποίους ήσαν Εβραίοι.
48 χρόνια μετά τα γεγονότα και η ζωή , (2005)-διαμεσολαβεί- κάνει flash back…
Που αλλού; Στη Ρόδο.
Πέρα από τη φιλία, ο τίτλος της ταινίας που καταγράφει το αδυσώπητο μισός που χώρισε μια μικρή λωρίδα της γης στα δυό και τις προσπάθειες του Μπερναντότε.
«Δύο φίλοι και οι δύο 27 ετών, ένας Εβραίος της Νέας Υόρκης, και ένας Άραβας από την Ιερουσαλήμ, ζουν μια ξένοιαστη ζωή.
Οι δύο φίλοι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει ότι η κοινή τους μοίρα, μόλις έλαβε μια δραματική αλλαγή: οι αδελφοί θα γίνουν εχθροί.
Το δάκρυ θα κυλήσει σαν να είναι δύο κόσμοι, δύο λαοί, δύο θρησκείες και δύο πολιτισμοί» το στόρι.
Από ισραηλινά χέρια, δολοφονείται το ‘48, στη Μέση Ανατολή ο κόμης Μπερναντότε.
Η σύζυγος του, που γνώρισε τα πάθος του για τη Ρόδο, ζητά από τον ΟΗΕ η σωρός του κατά την μεταφορά του στην πατρίδα, να «προσκυνήσει», να αγγίξει, τα χώματα της Ρόδου.
Να μυρίσει, όπως ο ίδιος έλεγε, τα μεθυστικά γιασεμιά.
Έτσι και έγινε.
Το πάθος που χωρίζει λαούς, το πάθος ενώνει.
Η τρελή ταχύτητα του μύθου του νησιού, αναπτύσσεται με την ίδια ταχύτητα που γυροφέρνουν τα αυτοκίνητα γύρω από τα τείχη του κάστρου.
Στους ρυθμούς του σιρκουϊ (που μετέπειτα αντέγραψε το Μόντε Κάρλο) και αναβίωσε κατά την χρυσή περίοδο.
Το ράλι, που «σταμάτησε» αρχές της δεκαετίας του ‘70 στον τοίχο του κάστρου, όπως και η καρδιά του αγαπημένου οδηγού των ντόπιων, Γιάννη «Μαύρου» Μειμαρίδη.
Λίγα χρόνια αργότερα ο …τοίχος -the wall, που έκοψε την ζωή θα γκρεμιστεί από τη Ρόδο, για να ξεχυθεί η μουσική παράλληλα με τον μύθο.
Στους ρυθμούς που προκαλούν ίλιγγο και οι νύχτες της Ρόδου.
Όταν ο ήλιος χάνεται ανοικτά της Ψαροπούλας, η πόλη πάντοτε έβαζε τα καλά της.
Καίτη Γκρέυ, Πάνος Γαβαλάς, Μανώλης Αγγελόπουλος, Μιχάλης Μενιδιάτης, Βίκυ Μοσχολιού, και άλλα μεγάλα ονόματα της ελληνικής λαϊκής σκηνής εκτίθενται στο πάλκο του Μπαμπούλα.
Μιας ξύλινης καλύβας πάνω σε παλούκια στην παραλία Κόβα.
Οι γλεντζέδες που κάνουν σαματά τον προτιμούν.
Ο ιδιοκτήτης του μπουζουξίδικου Κώστας Οικονομάκης στόμα έχει και μιλιά δεν έχει.
Τι να την κάνει την μιλιά, στο πάλκο έχει τόσα αηδόνια.
Εδώ ακούγονται και συμβαίνουν τα απαγορευμένα.
«Τάφος», ο Μπαμπούλας.
Δουλευταράς και μπεσαλής άνθρωπος.
Όταν κάποιος σπάει το κατάστημα, πληρώνει.
Και αυτό γίνεται σχεδόν κάθε βράδυ.
Οι πελάτες έρχονται σε τσακίρ κέφι, τα τραπέζια βρίσκονται στην θάλασσα και οι σερβιτόροι ψαρεύουν από την άμμο ποτήρια και πιάτα.
Ρεμπέτικα, λαϊκά, τραγούδια του πόνου, του έρωτα, το ρεπερτόριο του μαγαζιού.
Στην καλύβα του κυρ Κώστα με τα σπιτικά φαγητά και την ολιγομελή ορχήστρα, καπεταναίοι, ναυτικοί, χαμάληδες και πρίγκιπες είναι οι θαμώνες.
Αντιθέτως οι μεγάλες ορχήστρες εμφανίζονται στο Ροδίνι και το Θέρμαι.
Από εδώ ξεκίνησε επαγγελματικά και η Νανά Μούσχουρη.
Το ρεπερτόριο και το savoir vivre έχει επιβληθεί από τον γαλλοσπουδαγμένο Πετρίδη.
Καλοντυμένες γυναίκες με τολμηρά εξώπλατα και γόβα στιλέτο χορεύουν τσα-τσα, γιάγκα, ροκ εντ ρολ λικνίζονται στις δυο πίστες του, με ευρωπαϊκούς ήχους.
Στο Ροδίνι κάθε χρόνο ο δήμος για περίπου δυο μήνες διοργανώνει την γιορτή του κρασιού.
Χιλιάδες επισκέπτες του νησιού, πίνουν από την βρύση (όχι, του ξακουστού νερού που προειδοποιεί για το κάρμα του γάμου)αλλά από την βρύση των βαρελιών.
Το νέκταρ από τις πλάγιες του Αταβύρου, ζαλίζει γλυκά τους επισκέπτες της Ρόδου. Coba Cabana, Μπέλ Πάσο, Ροδοπούλα, Rodos by night στοιχειώνουν τις νύχτες.
Την δεκαετία του ‘70 το νησί έχει μπουζουξίδικα, δισκοθήκες ,night club ακόμη και μπουάτ που ακούγεται το νέο κύμα και ποιοτικό ελληνικό τραγούδι.
O δικός μας, Τάκης Βούης, ο Πασχάλης Τερζής, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και άλλοι που έγιναν σταρ αργότερα, πήραν το βάπτισμα του πυρός στη Ρόδο. Μαρία, Ζορμπάς, Isabella, στο Βlue bird ο Γιώργος Μισσίκος.
Στις πίστες, τα γήπεδα, στην τηλεόραση και η μασκότ της Ρόδου.
Ο πελεκάνος Ιάσων!
Ο πρεσβευτής, «πετά» ανά την υφήλιο και «προμοτάρει» τη Ρόδο.
Άσε που κυριολεκτικά δεν «παίζεται», καθώς στο Άμστερνταμ με το ράμφος του δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα της μπάλας στο ματς Άγιαξ – Φέγενορντ !
«Πετάει» ο Ιάσων, ανεβαίνει και η Ρόδος στο box office των τουριστικών resort, ιδιαίτερα της Σκανδιναβίας.
Καραβάνια Σουηδών ξεχύνονται με τα ποδήλατα στους δρόμους, κατακλύζουν τις παραλίες και σχηματίζουν τεράστιες ουρές για να πάρουν το εισιτήριο για Aquarius, Mikes, Babylon, Step by Step, Posidonia, Kilimanzaro, Milord.
Το μεσοκαλόκαιρο το κέντρο της πόλης θυμίζει Στοκχόλμη, με καλλιστεία χορούς, παιχνίδια και άφθονο κρασί να ρέει στην λεωφόρο της ελευθερίας στο Μανδράκι.
Οι επισκέπτες γίνονται ένα με τους ντόπιους, το κρασί κυλάει στο αίμα τους, καταλύει την όποια συστολή τους.
Οι Βίκινγκς γλεντάνε, μεταμορφώνονται, ανάβουν, ιδιαίτερα οι γυναίκες.
Μέσα στην φλόγα του καλοκαιριού, μεγάλοι έρωτες και θυελλώδεις αγάπες.
Η Ρόδος περνά με τρομερή ταχύτητα τις δεκαετίες και τα νυχτερινά μαγαζιά, οι δισκοθήκες, τα clubs, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, κάθε δρόμος και ένα μαγαζί, κάθε υπόγειο και ένα.
Από τις πρώτες ψαροταβέρνες του Αλέξη, του Ντινόρη, του Νηρέα, μέχρι τα εστιατόρια, τα καφέ, τα μπουζουξίδικα και τις δισκοθήκες της, περνούν οι ισχυροί της υφηλίου:
Ωνάσης, Τζάκι Ό, Νιάρχος, Τζιοβάνι Ανιέλι, Pink Floyd, Abba, Μπεν Κινγκσλέι, Βασιλείς Αμπντάλα & Ράνια, Γκρέτα Γκάρμπο Τζόρτζιο Αρμάνι, Ορνέλα Μούτι, Πολ Νιούμαν, Τσαρλτον Ηστον Βασίλισσα Βεατρίκη, Αθηναγόρας, Κατίνα Παξινού, Γιουλ Μπρύνερ, Ελσα Μάξουελ, Ολιβία Ντε Χάβιλαντ, Μίτσι Γκείνορ, Τζιάνι Βερσάτσε, Τζωρτζ Μπούς, Ρομάν Αμπραμόβιτς, Μάργκαρετ Θάτσερ, Φρανσουά Μιτεράν, Εντουάρντ Κένεντυ, Χούλιο Ιγκλέσιας, Μάϊκλ Ντάγκλας, Σεΐχης Γιαμανή, Κριστιάν Μπάρναρντ, Γ. Γρίβας, Μακάριος, Τίτο και δεκάδες άλλοι.
Τι να πρωτοθυμηθείς, ποιους να αναφέρεις !
Τα καλοκαιριά της μοναδικά, οι γωνιές της ανεπανάληπτες, όπως της Λίνδου, που μάγεψαν πολλούς ακόμη και τους Pink Floyd που αγόρασαν σπίτι και απέκτησαν κολλητούς στο χωριό.
Σωκράτης Τσοβίλης, Μανώλης Παλλάς, Μιχάλης και Δημήτρης Μαυρίκος, έγιναν «αυτοκόλλητοι» με τον Ντέιβιντ Γκίλμορ και τον Ρικ Ράιτ.
Ατελείωτα parties, ωραίες γυναίκες, πάρτι που είχαν αρχή, σίγουρα όμως δεν είχαν τέλος.
Ρεμπέτικα, λαϊκά μέχρι την σούστα της Ρόδου, έπαιζαν οι Pink Floyd.
Και μετά, ομηρικές μάχες στο τάβλι.
Αν και πατρίδα ενός, από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, του Κλεόβουλου, κανείς δεν ασπαζόταν το ρητό του: Μέτρον άριστον, έλεγε.
Εδώ, έχαναν το μέτρο.
Ο μαξιμαλισμός κυριαρχούσε.
Οι Pink Floyd έμεναν και τον χειμώνα στο νησί.
Ο ήχος της σοροκάδας που χτυπούσε με μανία την Λίνδο και οι μουσικές που έβγαιναν από το σπίτι αριστερά του αρχαίου θεάτρου, γίνονταν ένα.
Στη Λίνδο γράφτηκε και ένα μέρος του μουσικού ευαγγελίου, του «Wall».
Μέρα με τη μέρα, καλοκαίρι με το καλοκαίρι, η παρέα της Ρόδου μεγαλώνει.
Ανάμεσα τους ο Ρόμπερτ Πλάντ τραγουδιστής των Led Zeppelin.
«Θύματα» όμως της παρέας έπεσαν ο Ρότζερ Μούρ με τον Ντείβιντ Νίβεν, που πολλά χρόνια μετά από τα κοκτέιλ που έπινε στο ξενοδοχείο των Ρόδων, βρέθηκε και πάλι στο νησί.
Για να παίξει επίσης, σε πολεμική περιπέτεια, επίσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την Απόδραση στην Αθήνα, του Τζορτζ Κοσμάτος.
Κλαούντια Καρντινάλε, Τέλι Σαβάλας, Έλιοτ Γκουλντ, Σόνυ Μπόνο, και δεκάδες κομπάρσοι κάτοικοι της Παλιάς Πόλης αναλαμβάνουν δράση στην πλατεία του μικρού σιντριβανιού.
Η Καρντινάλε στον ρόλο της πόρνης.
Τεράστια επιτυχία, όχι όμως αυτή τη φορά κλασική.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο ροδιακός τουρισμός κερδίζει πόντους.
Όσους έχασε η Καρντινάλε, όταν μάζευε τις καλτσοδέτες της στον ρόλο της πόρνης. Μπορεί ο Νίβεν και ο Μούρ να τα καταφέρνουν με τους κινηματογραφικούς εχθρούς, αλλά με τον Τσοβίλη είπαν -και δεν θυμάται κανείς πόσα ήπιαν- : «…bloody Marie».
Ο κοσμογυρισμένος βρετανός πράκτορας Τζέιμς Μποντ δεν θα μπορούσε να μην έχει αφήσει τα ίχνη του στη Ρόδο.
Βρέθηκε μάλιστα και πριν από λίγα χρόνια, σε μια πιο ακίνδυνη mission, σε ένα συνέδριο της Interpol ως εκπρόσωπος της Unesco.
Ανεβαίνοντας στο βήμα, ο Μούρ, δεν παρέλειψε να συστηθεί: «My name is Bond, James Bond».
Ζακλίν Μπισέ, Κένεθ Μπράνα, Ειρήνη Παπά.
1988, Φώτα, κάμερες, roling…
Μια αγγλίδα φωτογράφος, οι οποίοι μαζί με τον σύζυγό της άρχισε να ζει στην παραθαλάσσια πόλη της Ρόδου, πριν οι τουρίστες την ανακαλύψουν, το στόρι της ταινίας, Ερωτικές διακοπές μιας σαραντάρας.
Tο Χόλυγουντ βρήκε στη Ρόδο, την υποδειγματική ηθοποιό.
Την ντίβα που δίνει στο ρόλο αρχοντιά, φινέτσα, το πάθος που απαιτείται.
Το πάθος της πρώτης ματιάς, που της έριξε ο Άντονι Κουίν: «Δεν αισθάνομαι πικραμένος, ίσως λίγο απογοητευμένος.
Δεν τη χρειάζομαι την Ελλάδα, χρειάζομαι όμως τη Ρόδο.
Αυτό το νησί για μένα σημαίνει πολλά.
Και μόνο να σκεφτώ ότι είναι το κέντρο της Μεσογείου και «συνορεύει» με τόσους πολιτισμούς μου αρκεί…»
Μια ακαλαίσθητη ξύλινη πινακίδα έμεινε στο δρόμο, για να θυμίζει την περιοχή, που λάτρεψε, διεκδίκησε και ονειρεύτηκε ο Άντονι Κουίν.
Όπως έλεγε και ο ίδιος ακολούθησε το ταξίδι του αγαπημένου του Τολστόι: Παρασύρθηκε από το όνειρο, που τελικά ήταν απατηλό, αλλά αυτό δεν τον ενδιέφερε.
Φθάνοντας στο σπιτάκι -που μοιάζει με σκηνικό από παλιά φίλμς- βλέπεις τον Ζορμπά, να χορεύει συρτάκι όπως στην τελευταία σεκάνς της ταινίας του Μ. Κακογιάννη.
Όπως το ξέφρενο συρτάκι που συνεχίζει να χορεύει η Ρόδος.
Η κοσμοπολίτισσα.
Αυτή που αγαπήθηκε, γοήτευσε, μέθυσε, μάγεψε.
Όποιος πέρασε από εδώ, όποιος μύρισε τα γιασεμιά της, ορκίστηκε αιωνία πίστη.
Οπα…οπα…
PS) Το άρθρο ζήτησαν φίλοι που δεν το ‘χαν διαβάσει.
Αφιερώνεται στον Πέτρο Μπουροβίλη, που έφυγε προ ημερών από τη ζωή από την επάρατο.
Δημοσιεύτηκε στο σαλόνι του πρώτου τεύχος του περιοδικού «Rοdos Confidential» των εκδόσεων Liberis. Ήταν η αρχή της συνεργασίας και της φιλίας μας με τον «μετρ» των εκδόσεων στην Ελλάδα.

 2,724 total views,  4 views today