Σε ηλικία 80 ετών έφυγε από τη ζωή ο Μίλτον Βιέρα, ένας από τους σπουδαιότερους ξένους που πέρασαν από το ελληνικό ποδόσφαιρο. Κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα με Ολυμπιακό και ΑΕΚ και έζησε μοναδικές στιγμές, φτάνοντας μέχρι τη Μεικτή Κόσμου δίπλα σε Πελέ, Κρόιφ και Μπεκενμπάουερ.
Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν μετά από αρκετά χρόνια στα γήπεδα της Ουρουγουάης, ο Μίλτον Βιέρα αισθανόταν ότι είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο βήμα. Ήθελε Ευρώπη, ήθελε νέα πρόκληση και, όπως συμβαίνει συχνά στο ποδόσφαιρο, η μοίρα τού έδειξε έναν δρόμο που αρχικά δεν ήταν ο προφανής: την Ελλάδα.
Οι αγορές της Ισπανίας και της Ιταλίας είχαν ουσιαστικά κλείσει και τότε εμφανίστηκε ο Ολυμπιακός. Ο Νίκος Σκλαβούνος, στενός συνεργάτης του Νίκου Γουλανδρή, πληροφορήθηκε ότι ο Ουρουγουανός διεθνής αναζητούσε ομάδα στην Ευρώπη και οι «ερυθρόλευκοι» κινήθηκαν γρήγορα. Το καλοκαίρι του 1972 ο Βιέρα έφτασε στον Πειραιά μαζί με τον συμπατριώτη του Χούλιο Λοσάντα, σε μια εποχή όπου οι ξένοι ποδοσφαιριστές στο ελληνικό πρωτάθλημα ήταν ελάχιστοι.
Η αρχή μόνο εύκολη δεν ήταν. Άλλη χώρα, άλλη γλώσσα, διαφορετική νοοτροπία. Ο Βιέρα, όμως, δεν λύγισε. Με τη βοήθεια του Λοσάντα προσαρμόστηκε, έμαθε ελληνικά και πολύ γρήγορα έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ξένους που είχαν περάσει μέχρι τότε από τα ελληνικά γήπεδα. Στην Ελλάδα, μάλιστα, γεννήθηκε και ένας από τους τρεις γιους του.
Με τον Ολυμπιακό έζησε χρυσές εποχές. Σε πέντε χρόνια κατέκτησε τρία πρωταθλήματα, το 1973, το 1974 και το 1975, καθώς και δύο Κύπελλα. Η παρουσία του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, αφού κλήθηκε ακόμη και στη Μεικτή Κόσμου, δίπλα σε θρύλους όπως ο Πελέ, ο Κρόιφ και ο Μπεκενμπάουερ.
Το 1977 ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο έφερε το τέλος της διαδρομής του στον Ολυμπιακό. Ο Βιέρα, όμως, δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Πήγε στην ΑΕΚ και απάντησε μέσα στο γήπεδο: δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο. Ένας Ουρουγουανός που ήρθε σχεδόν από συγκυρία και τελικά έγινε κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού ποδοσφαίρου