Η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία η 45χρονη οικιακή βοηθός, η οποία ομολόγησε τη δολοφονία τεσσάρων ηλικιωμένων, είδε σήμερα το φως της δημοσιότητας.
Στην κατάθεση αυτή περιγράφει τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε στα χέρια της το τελευταίο θύμα, μία 75χρονη γυναίκα την οποία φρόντιζε. Όπως ανέφερε η οικιακή βοηθός, δεν έκανε τη δολοφονία από κακία απέναντι στο θύμα αλλά γιατί είχε σταματήσει να παίρνει τα φάρμακά της.
Αναλυτικά η κατάθεσή της:
«Πριν περίπου ένα χρόνο πρόσεχα την (σ.σ. αναφέρει όνομα ηλικιωμένης). Όταν πέθανε, με πήρε τηλέφωνο ο ανιψιός της 75χρονης και μου είπε να προσέχω τη θεία του. Πριν περίπου 10 μέρες μίλησα πάλι με τον ανιψιό και είπαμε να προσέχω τη θεία του. Συμφωνήσαμε να μου δίνει 500 ευρώ το μήνα, θα έμενα μέσα στο σπίτι μαζί της, αυτός θα έφερνε τα τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειαζόμουν και ξεκίνησα να μένω εκεί μαζί της. Η κυρία Φ… ήταν παράξενη είχε ιδιοτροπίες, την πρόσεχα πολύ καλά και πίναμε καφέ μαζί και τα βρίσκαμε.
Όταν ήμουν στη Λέρο, όπως προανέφερα, ο γιατρός είχε γράψει στο βιβλιάριο ότι έχω σχιζοφρένια και ότι θα πρέπει να παίρνω φάρμακα. Εγώ επειδή όταν πίνω τα χάπια δεν μπορώ να κάνω δουλειές και αισθάνομαι εξάντληση δεν τα έπινα, τα παρατούσα και πού και πού έπινα από κανένα. Αυτή την περίοδο δεν έπινα τα φάρμακα. Και η αδερφή μου όταν με ρωτούσε αν πίνω τα φάρμακά μου της απαντούσα ότι τα πίνω. Χθες το βράδυ δεν ήμουν καλά, ήπια ένα φάρμακο και ξάπλωσα να κοιμηθώ μαζί με την 75χρονη, καθώς κοιμόμαστε μαζί στο ίδιο κρεβάτι.
Όλο το βράδυ η Φ. μουρμούριζε και με έλεγε Κατερίνα. Εγώ της έλεγα ότι δεν είμαι η Κατερίνα και είμαι η …. Μετά συνέχισε και της είπα “μου” και μου έλεγε “μούξινος” και όλο το βράδυ δεν με άφησε να κοιμηθώ καθόλου.
Το πρωί επειδή δεν άντεχα το μουρμουρητό και επειδή είχα κόψει τα φάρμακα έβαλα το ένα χέρι μου στη μύτη της και το άλλο στο στόμα της και προσπάθησα να την πνίξω.
Αυτή μούγκριζε και μετά πήρα το μαξιλάρι και το έβαλα στο κεφάλι της μέχρι που πέθανε. Αμέσως πήρα το 100 τηλέφωνο, είπα τα στοιχεία μου και είπα ότι σκότωσα τη Φ. και να έρθουν από εκεί.
Μετά με πήρε ο ανιψιός τηλέφωνο, όπως έπαιρνε καθημερινά τηλέφωνο, για να ρωτήσει πως πάει με την Φ. και εγώ του εξήγησα τι έγινε και αυτός έκλαιγε στο τηλέφωνο.
Όταν έκανα όλα αυτά στην ηλικιωμένη βρισκόταν ανάσκελα στο κρεβάτι αλλά ήταν ξύπνια, δεν κοιμόταν. Κουνούσε τα χέρια της αλλά δεν μπορούσε. Εγώ λυπάμαι για όλα αυτά που έκανα, δεν ήθελα να κάνω κακό στη γυναίκα. Όλα έγιναν γιατί έκοψα τα φάρμακα και πρέπει να τιμωρηθώ. Αυτό δεν το έκανα γιατί είχα κακία απέναντί της, το έκανα γιατί έκοψα τα φάρμακα. Ζητώ συγγνώμη. Πάνω στα νεύρα μου όπως βάσταγα το μαξιλάρι δεν θυμάμαι πόση ώρα πήρε όλο αυτό».
Στην ερώτηση των αστυνομικών εάν έχει κατηγορηθεί ξανά στο παρελθόν για κάτι, απάντησε: «Όταν ήταν ο γιος μου ενός έτους περίπου είχα κόψει τα φάρμακά που έπαιρνα και προσπάθησα να τον πνίξω. Τότε με έκλεισαν στο ψυχιατρείο».